Ισραήλ: Επαφές Νετανιάχου με Τραμπ για υπό διαμόρφωση συμφωνία με Ιράν

Η Ουάσινγκτον φαίνεται να επανεξετάζει το πλαίσιο με την Τεχεράνη, με το Ισραήλ να παρεμβαίνει ενεργά στο παρασκήνιο. Η όποια συμφωνία δεν θα κρίνει μόνο τη σχέση ΗΠΑ–Ιράν, αλλά και τις ισορροπίες ασφαλείας σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου και οι στενοί του συνεργάτες βρίσκονται σε συνεχή επαφή με την κυβέρνηση Τραμπ, καθώς στην Ουάσινγκτον φαίνεται να «παίρνει μορφή» ένα νέο πλαίσιο συνεννόησης με το Ιράν. Την ίδια ώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος δηλώνει ότι παραμένει «50/50» ανάμεσα σε στρατιωτικό πλήγμα και διπλωματική συμφωνία, στέλνοντας σήμα ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται σε πραγματικό χρόνο και υπό έντονη γεωπολιτική πίεση.

Τι διακυβεύεται στις επαφές ΗΠΑ – Ισραήλ για το Ιράν;

Για το Ισραήλ, κάθε πιθανή συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής του ασφάλειας. Η εμπειρία της συμφωνίας για τα πυρηνικά του 2015, την οποία η κυβέρνηση Τραμπ αποκήρυξε, έχει αφήσει βαθύ πολιτικό αποτύπωμα στο εσωτερικό της χώρας και στη διαχρονική στρατηγική της απέναντι στην Τεχεράνη. Ο Νετανιάχου επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οποιοδήποτε νέο πλαίσιο δεν θα θεωρηθεί στο Τελ Αβίβ ως χαλάρωση των πιέσεων προς το Ιράν, ειδικά σε ζητήματα πυραυλικού προγράμματος και περιφερειακής επιρροής.

Η αμερικανοϊσραηλινή συνεννόηση αφορά όχι μόνο τις παραμέτρους μιας πιθανής συμφωνίας, αλλά και τις «κόκκινες γραμμές» σε περίπτωση στρατιωτικής κλιμάκωσης. Για την Ουάσινγκτον, η συμμετοχή του Ισραήλ στη διαμόρφωση της στρατηγικής προσφέρει επιχειρησιακά πλεονεκτήματα και πολιτική κάλυψη στο εσωτερικό, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει τον βαθμό ευελιξίας σε μια καθαρά διμερή διαπραγμάτευση με την Τεχεράνη.

Οι τηλεφωνικές επαφές Τραμπ με αραβικές χώρες και ο περιφερειακός άξονας

Οι διαδοχικές τηλεφωνικές επικοινωνίες του Ντόναλντ Τραμπ με τους ηγέτες της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Αιγύπτου, της Τουρκίας και του Πακιστάν δείχνουν ότι η Ουάσινγκτον επιχειρεί να «χαρτογραφήσει» εκ των προτέρων τις αντιδράσεις μιας πιθανής συμφωνίας ή, αντιστρόφως, μιας στρατιωτικής κλιμάκωσης. Οι χώρες αυτές έχουν διαφορετικά, συχνά ανταγωνιστικά, συμφέροντα γύρω από το ιρανικό ζήτημα, από τις ενεργειακές ροές μέχρι την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και την ισορροπία δυνάμεων σε Συρία, Ιράκ και Υεμένη.

Η αναζήτηση περιφερειακής συναίνεσης ή, έστω, ανοχής, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη βιωσιμότητα οποιασδήποτε αμερικανικής πρωτοβουλίας. Η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ ανησυχούν για μια συμφωνία που θα ενισχύσει οικονομικά την Τεχεράνη, το Κατάρ και η Τουρκία διατηρούν πιο σύνθετες σχέσεις με το Ιράν, ενώ το Πακιστάν έχει δική του γεωστρατηγική ατζέντα στη Νότια Ασία. Αυτή η ετερογένεια καθιστά κάθε αμερικανική κίνηση άσκηση ισορροπίας σε ένα εύθραυστο περιφερειακό περιβάλλον.

Από τη ρητορική «50/50» στην πραγματική διαπραγμάτευση

Η δήλωση Τραμπ ότι βρίσκεται «50/50» ανάμεσα σε βομβαρδισμό και συμφωνία λειτουργεί ταυτόχρονα ως μήνυμα αποτροπής προς την Τεχεράνη και ως διαπραγματευτικό εργαλείο. Η δημόσια ασάφεια επιτρέπει στον Λευκό Οίκο να αυξάνει την πίεση χωρίς να δεσμεύεται σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ενεργειών. Για το Ιράν, αυτό δημιουργεί κίνητρο για διαπραγμάτευση, αλλά και κίνδυνο λανθασμένου υπολογισμού, εφόσον μια κίνηση επί του πεδίου μπορεί να εκληφθεί ως πρόσχημα για στρατιωτική απάντηση.

Η πολιτική δυναμική στις ΗΠΑ, με έντονη εσωτερική πόλωση και συζήτηση για το κόστος νέων στρατιωτικών επιχειρήσεων, περιορίζει τον βαθμό στον οποίο η απειλή χρήσης βίας μπορεί να μετατραπεί σε πράξη. Ωστόσο, η ιστορία των αμερικανικών παρεμβάσεων στη Μέση Ανατολή δείχνει ότι οι κρίσεις συχνά κλιμακώνονται όχι από έναν κεντρικό σχεδιασμό, αλλά από αλληλουχία γεγονότων που ξεφεύγουν από τον αρχικό έλεγχο.

Ενεργειακές και αγορές: ποια είναι η μακροπρόθεσμη εικόνα;

Η πιθανότητα είτε μιας νέας συμφωνίας είτε μιας στρατιωτικής κλιμάκωσης με το Ιράν έχει άμεσες προεκτάσεις για τις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Ο Περσικός Κόλπος παραμένει κομβικός για την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου, ενώ κάθε αβεβαιότητα για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών διέλευσης οδηγεί σε αυξημένα ασφάλιστρα κινδύνου και ενδεχομένως σε υψηλότερο κόστος μεταφοράς. Αυτές οι αυξήσεις μετακυλίονται, με χρονική υστέρηση, σε τιμές ενέργειας και σε κόστος παραγωγής σε ολόκληρη τη διεθνή οικονομία.

Μια σταθερή, έστω και «ελάχιστη», συμφωνία που περιορίζει τον κίνδυνο ένοπλης σύγκρουσης μπορεί να λειτουργήσει σταθεροποιητικά για τις αγορές ενέργειας, ακόμη κι αν δεν αίρει πλήρως τις κυρώσεις κατά της Τεχεράνης. Αντιθέτως, μια σύγκρουση που θα επηρέαζε τη ροή πετρελαίου από τον Κόλπο θα είχε πληθωριστικό αντίκτυπο και θα ανάγκαζε τις κεντρικές τράπεζες να επαναξιολογήσουν την ισορροπία ανάμεσα στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού και τη στήριξη της ανάπτυξης.

Σχόλιο : Για την ελληνική οικονομία, η εξέλιξη αυτή συνδέεται πρωτίστως με τον ενεργειακό λογαριασμό και τη ναυτιλία. Μια πιο σταθερή σχέση ΗΠΑ – Ιράν, χωρίς στρατιωτική κλιμάκωση, περιορίζει τον κίνδυνο απότομων ανατιμήσεων στο πετρέλαιο, διευκολύνοντας τον προγραμματισμό δημοσιονομικής πολιτικής και τη λειτουργία των επιχειρήσεων εντάσεως ενέργειας. Παράλληλα, η ελληνόκτητη ναυτιλία, με ισχυρή παρουσία στα δεξαμενόπλοια, παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις: αυξημένη ένταση σημαίνει υψηλότερα ασφάλιστρα και λειτουργικά κόστη, αλλά και δυνητικά υψηλότερα ναύλα υπό καθεστώς κινδύνου. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η σταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής ενισχύει την αξία της Ελλάδας ως ασφαλούς κόμβου μεταφοράς ενέργειας και εμπορίου στην Ανατολική Μεσόγειο, αναβαθμίζοντας τον ρόλο των ελληνικών λιμανιών και υποδομών logistics.

#ΗΠΑ #Ισραήλ #Ιράν #ΜέσηΑνατολή #Ενέργεια

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.