Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ χαρτογραφεί τους κλάδους που τραβούν προς τα πάνω την παραγωγικότητα και αναδεικνύει το δομικό χάσμα με την ΕΕ. Η βιομηχανία και οι τεχνολογικές υπηρεσίες ξεχωρίζουν, αλλά η συνολική οικονομία παραμένει καθηλωμένη στα επίπεδα του 2000.
Η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο επενδυτικής ανάκαμψης με ένα κρίσιμο μειονέκτημα: η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει στάσιμη εδώ και σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα. Νέα μελέτη του ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΣΕΒ δείχνει ότι η βιομηχανία και οι τεχνολογικοί κλάδοι λειτουργούν ως νησίδες υψηλής παραγωγικότητας, χωρίς όμως να αρκούν για να κλείσει το χάσμα με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι «πρωταθλητές» της παραγωγικότητας
Με βάση τα στοιχεία για το 2024, η βιομηχανία αναδεικνύεται ο πιο παραγωγικός τομέας της ελληνικής οικονομίας, εξαιρουμένων των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο στη βιομηχανία διαμορφώνεται στα 62,9 χιλ. ευρώ, περίπου 60% υψηλότερα από τον μέσο όρο της οικονομίας, που βρίσκεται στα 39,6 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο.
Η απόσταση από κλάδους όπως το εμπόριο, οι κατασκευές και τα καταλύματα-εστίαση είναι εντυπωσιακή: η παραγωγικότητα στη βιομηχανία είναι 2,5 έως 3 φορές υψηλότερη από τα 20–25 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο που καταγράφονται σε αυτούς τους τομείς. Παράλληλα, η μεταποίηση εμφανίζει βελτίωση παραγωγικότητας κατά 2,7% ετησίως την περίοδο 2017–2024, σε αντίθεση με το σύνολο της οικονομίας, όπου η παραγωγικότητα μειώθηκε κατά 0,7%.
Στον κλάδο της Πληροφορικής και Επικοινωνιών, η εικόνα είναι διττή. Μετά από μια περίοδο κάμψης την εποχή της κρίσης (2009–2016), όταν η παραγωγικότητα υποχώρησε κατά 3,3% και οι μισθοί έμειναν ουσιαστικά στάσιμοι, ο κλάδος γυρίζει σε τροχιά ανόδου. Από το 2017 έως το 2024, η παραγωγικότητα αυξάνεται κατά 1,5% ετησίως και ο μέσος μισθός κατά 1,9%, με αποτέλεσμα το 2024 η παραγωγικότητα να αγγίζει τα 59,7 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο, σαφώς πάνω από τον μέσο όρο της οικονομίας.
Το ευρωπαϊκό χάσμα και η διαρθρωτική υστέρηση
Παρά τις «νησίδες» υψηλής απόδοσης, η συνολική εικόνα παραμένει προβληματική. Σε τρέχουσες τιμές 2024, η Ελλάδα κατατάσσεται 23η στην ΕΕ των 27 ως προς την παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο. Σύμφωνα με τη μελέτη, η παραγωγικότητα της εργασίας στην ελληνική οικονομία βρίσκεται περίπου στο ίδιο επίπεδο με το 2000, ενώ η απόσταση από τον μέσο όρο της ΕΕ έχει διευρυνθεί.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Πληροφορικής και Επικοινωνιών: παρότι εντός Ελλάδας αποτελεί έναν από τους πιο παραγωγικούς κλάδους, σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη υπολείπεται σημαντικά. Το 2024, η παραγωγικότητα του κλάδου αντιστοιχεί μόλις στο 51% του μέσου επιπέδου της ΕΕ, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην 22η θέση μεταξύ των κρατών-μελών. Αυτό υποδηλώνει ότι η χώρα έχει μεν αναπτύξει έναν δυναμικό τεχνολογικό τομέα, αλλά ξεκινά από χαμηλή βάση και δεν έχει ακόμη συγκλίνει με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Στη βιομηχανία, η εικόνα είναι πιο ενθαρρυντική. Η παραγωγικότητα του τομέα κατατάσσεται στην 14η θέση στην ΕΕ, με τις μεγάλες μεταποιητικές επιχειρήσεις να εμφανίζουν τη μικρότερη απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η οποία περιορίζεται περίπου στο 17%. Αυτό δείχνει ότι, σε κλίμακα και με επαρκές κεφαλαιακό και τεχνολογικό εξοπλισμό, οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να ανταγωνιστούν αποτελεσματικά.
Μισθοί, επενδύσεις και παραγωγικότητα
Η συζήτηση για την παραγωγικότητα συνδέεται άμεσα με το επίπεδο των μισθών και τη δυνατότητα σύγκλισης του βιοτικού επιπέδου με την υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Πληροφορική και Επικοινωνίες, η άνοδος της παραγωγικότητας μετά το 2017 συνοδεύεται από αύξηση μισθών, γεγονός που υποδηλώνει ότι σε κλάδους με ένταση γνώσης και ισχυρή διεθνή ζήτηση, η αγορά εργασίας ανταμείβει περισσότερο τις δεξιότητες.
Ωστόσο, η στασιμότητα ή και υποχώρηση της παραγωγικότητας στο σύνολο της οικονομίας περιορίζει τον δημοσιονομικό χώρο για μόνιμες αυξήσεις μισθών χωρίς απώλεια ανταγωνιστικότητας. Η μελέτη του ΙΟΒΕ αναδεικνύει, έμμεσα, ότι η πολιτική για τον κατώτατο μισθό, η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας και τα κίνητρα για επενδύσεις σε τεχνολογία και καινοτομία δεν μπορούν να εξετάζονται αποκομμένα.
Η βιομηχανία και η μεταποίηση, όπου η απόδοση ανά εργαζόμενο είναι υψηλή, δείχνουν τον δρόμο: επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο, αυτοματοποίηση, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και εξωστρέφεια. Αντίθετα, σε κλάδους όπως ο τουρισμός, το εμπόριο και οι κατασκευές, η χαμηλή παραγωγικότητα ανά θέση εργασίας σημαίνει ότι η αύξηση του εισοδήματος εξαρτάται κυρίως από την ποσότητα και όχι από την ποιότητα της απασχόλησης.
Τι σημαίνει για τη στρατηγική της οικονομίας
Η διάγνωση του ΙΟΒΕ είναι σαφής: η Ελλάδα αντιμετωπίζει διαρθρωτικό πρόβλημα παραγωγικότητας, που περιορίζει τις προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης και πραγματικής σύγκλισης με την ΕΕ. Η ύπαρξη ισχυρών κλάδων, όπως η βιομηχανία και η Πληροφορική-Επικοινωνίες, δεν αρκεί αν το υπόλοιπο παραγωγικό σύστημα παραμένει κατακερματισμένο, με μικρές επιχειρήσεις χαμηλής τεχνολογικής έντασης και περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαια.
Σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση για την αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας μετατοπίζεται από το «πόσο γρήγορα μεγαλώνει το ΑΕΠ» στο «πώς κατανέμεται η ανάπτυξη ανά κλάδο και ανά εργαζόμενο». Η στόχευση δημόσιων πόρων, φορολογικών κινήτρων και ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων προς τομείς με υψηλή προστιθέμενη αξία ανά θέση εργασίας αποκτά κεντρική σημασία, όπως και η ενίσχυση των μεγάλων και μεσαίων επιχειρήσεων που ήδη πλησιάζουν τα ευρωπαϊκά επίπεδα παραγωγικότητας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική αγορά, τα ευρήματα της μελέτης λειτουργούν ως χάρτης προτεραιοτήτων. Οι επενδυτές μπορούν να εντοπίσουν αξία σε κλάδους με τεκμηριωμένη υψηλή παραγωγικότητα, όπως η μεταποίηση και οι τεχνολογικές υπηρεσίες, όπου η απόσταση από την Ευρώπη είναι διαχειρίσιμη και η κλιμάκωση εφικτή. Για την οικονομική πολιτική, το μήνυμα είναι ότι η συζήτηση για μισθούς, φορολογία και κίνητρα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από μια συνεκτική στρατηγική αύξησης της παραγωγικότητας, αν η χώρα θέλει πραγματικά να κλείσει το χάσμα με την ΕΕ.
#παραγωγικότητα #ΙΟΒΕ #ελληνική_βιομηχανία #μεταποίηση #ελληνική_οικονομία






