Ο αρχηγός της ισραηλινής αντιπολίτευσης Γιαΐρ Λαπίντ χαρακτηρίζει «καταστροφή» το υπό διαμόρφωση σχέδιο συμφωνίας ΗΠΑ–Ιράν. Κατηγορεί τον Μπενιαμίν Νετανιάχου για αποτυχία στους πολεμικούς στόχους έναντι του Ιράν και ζητά διασφάλιση της ισραηλινής «ελευθερίας δράσης».
Ο Γιαΐρ Λαπίντ, επικεφαλής της ισραηλινής αντιπολίτευσης, επέλεξε μετωπική σύγκρουση τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με την κυβέρνηση Νετανιάχου, με αφορμή το υπό διαμόρφωση σχέδιο συμφωνίας Ηνωμένων Πολιτειών–Ιράν. Μιλώντας σε δημοσιογράφους, χαρακτήρισε τη συμφωνία «καταστροφή», υποστηρίζοντας ότι το ιρανικό καθεστώς «δεν έπεσε, δυνάμωσε».
Γιατί ο Λαπίντ μιλά για «καταστροφή» στη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν;
Η κριτική του Λαπίντ εστιάζει στην εκτίμηση ότι οποιαδήποτε χαλάρωση της πίεσης προς την Τεχεράνη ενισχύει ένα καθεστώς που, κατά την ισραηλινή οπτική, παραμένει στρατηγική απειλή. Η φράση του ότι το ιρανικό καθεστώς «δεν έπεσε, δυνάμωσε» αποτυπώνει την ανησυχία πως οι αμερικανοϊρανικές συνεννοήσεις δεν συνοδεύονται από ουσιαστική μεταβολή της ιρανικής συμπεριφοράς στην περιοχή.
Η τοποθέτηση αυτή εντάσσεται σε μια μακρά παράδοση ισραηλινής δυσπιστίας απέναντι σε διμερείς ή πολυμερείς ρυθμίσεις με το Ιράν, όταν το Ισραήλ δεν έχει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση των όρων. Ο Λαπίντ επιδιώκει να καταγράψει πολιτικά ότι η αντιπολίτευση θεωρεί το συγκεκριμένο σχέδιο αντίθετο με τα ισραηλινά συμφέροντα ασφαλείας.
Εσωτερική σύγκρουση: Η επίθεση στον Νετανιάχου
Πέρα από την κριτική προς τις ΗΠΑ, ο Λαπίντ στόχευσε ευθέως τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, κατηγορώντας τον ότι δεν πέτυχε τους στόχους του πολέμου κατά του Ιράν. Περιέγραψε την τρέχουσα κατάσταση ως «αποτέλεσμα μιας συνεχούς αποτυχίας διακυβέρνησης», ενώ, αναφερόμενος προσωπικά στον Νετανιάχου, είπε ότι είναι «άνθρωπος προικισμένος με ταλέντα, αλλά έχει γεράσει και κουραστεί και περιβάλλεται από τους λιγότερο κατάλληλους ανθρώπους για να διοικήσουν μια χώρα».
Η διατύπωση αυτή συνδυάζει θεσμική κριτική με προσωπική αποδόμηση, αναδεικνύοντας την αντιπαράθεση για το ποιος μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα τη σύγκρουση με το Ιράν. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ικανότητα της κυβέρνησης να μεταφράζει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τη διπλωματική πίεση σε απτά αποτελέσματα ασφάλειας για το Ισραήλ.
Ο αποκλεισμός του Ισραήλ από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων
Ο Λαπίντ χαρακτήρισε «παράλογο» το γεγονός ότι η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν διαμορφώνεται χωρίς την παρουσία του Ισραήλ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η ένσταση δεν είναι μόνο διαδικαστική· αφορά τον φόβο ότι θα ληφθούν δεσμεύσεις που θα επηρεάσουν άμεσα την ισραηλινή ασφάλεια, χωρίς το Ισραήλ να έχει ουσιαστικό λόγο στη διαμόρφωσή τους.
Η απουσία του Ισραήλ από τις συνομιλίες, όπως την περιγράφει ο Λαπίντ, εντείνει την αίσθηση ότι οι μεγάλες δυνάμεις μπορούν να αναδιατάσσουν το περιφερειακό σκηνικό, ενώ τα κράτη πρώτης γραμμής καλούνται εκ των υστέρων να προσαρμοστούν. Αυτό αγγίζει τον πυρήνα της ισραηλινής στρατηγικής κουλτούρας, που βασίζεται στην αρχή ότι η χώρα δεν μπορεί να αναθέσει σε τρίτους την ασφάλειά της.
«Ελευθερία δράσης» και μήνυμα προς τον Τραμπ
Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης κάλεσε τον Νετανιάχου να μεταφέρει στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ένα σαφές μήνυμα: ότι το Ισραήλ «δεν είναι αμερικανικό προτεκτοράτο» και διατηρεί την «ελευθερία δράσης» του. Ζήτησε επίσης να μην υπάρξει δέσμευση «σε πράγματα που αντιβαίνουν στην ασφάλειά μας».
Η αναφορά στην «ελευθερία δράσης» παραπέμπει στην πάγια ισραηλινή θέση ότι διατηρεί το δικαίωμα μονομερών στρατιωτικών ή άλλων ενεργειών, ακόμη και όταν οι σύμμαχοι επιλέγουν διπλωματική οδό. Η ρητορική περί μη «προτεκτοράτου» υπογραμμίζει την ανάγκη για ισορροπία στη σχέση με τις ΗΠΑ: στρατηγική εξάρτηση μεν, αλλά χωρίς απώλεια της τελικής απόφασης σε ζητήματα ζωτικής εθνικής ασφάλειας.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, η αντιπαράθεση στο Ισραήλ γύρω από τη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν υπενθυμίζει πόσο ρευστό παραμένει το περιφερειακό περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Η Αθήνα, που έχει επενδύσει στη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ και παρακολουθεί στενά τις αμερικανικές επιλογές στην περιοχή, καλείται να σταθμίζει τις επιπτώσεις κάθε αμερικανοϊρανικής προσέγγισης στη δική της διπλωματική εξίσωση: από τη συνεργασία σε θέματα ασφάλειας έως τη σταθερότητα των ενεργειακών σχεδιασμών στην ευρύτερη γειτονιά.






