Παγκόσμιο σοκ στα ομόλογα: γιατί όλοι φοβούνται το 6% στο 30ετές

Η απότομη άνοδος των αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα αλλάζει τους κανόνες χρηματοδότησης για κράτη, τράπεζες και επιχειρήσεις. Το σενάριο για 6% στο αμερικανικό 30ετές λειτουργεί πλέον ως σημείο αναφοράς του κινδύνου.

Η διεθνής αγορά κρατικών ομολόγων έχει μπει σε ζώνη τιμολόγησης που θυμίζει περισσότερο προ-κρίσης εποχές παρά τη δεκαετία των μηδενικών επιτοκίων. Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου έφθασε το 5,20% στις 19 Μαΐου, στο υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα του 2007, ενώ το 10ετές κινείται σταθερά πάνω από το 4,50%. Την ίδια στιγμή, οι αποδόσεις σε Βρετανία, Γερμανία και Ιαπωνία ακολουθούν ανοδική τροχιά, μετατρέποντας το παγκόσμιο κόστος χρήματος σε δομικό πρόβλημα και όχι σε παροδική διαταραχή.

Από την πανδημία στο ενεργειακό σοκ: πώς χτίστηκε η νέα καμπύλη

Η σημερινή άνοδος δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά η συνέχεια της αντιστροφής ενός ιστορικού κύκλου. Από τα ιστορικά χαμηλά του 2020, όταν τα μακροπρόθεσμα επιτόκια συμπιέστηκαν από την πανδημία και τις παρεμβάσεις των κεντρικών τραπεζών, η καμπύλη αποδόσεων κινείται σταθερά ανοδικά. Η πρόσφατη επιτάχυνση συνδέεται με την εκτίναξη των τιμών πετρελαίου μετά τον πόλεμο με το Ιράν και τη διακοπή διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ, που έφερε το WTI κοντά στα 113 δολάρια το βαρέλι στις αρχές Απριλίου, πριν υποχωρήσει προς τα 100.

Ακόμη και σε αυτά τα επίπεδα, το πετρέλαιο τροφοδοτεί νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων, σε μια περίοδο που ο πληθωρισμός έχει μεν αποκλιμακωθεί από τα υψηλά του 2022, αλλά παραμένει αυξημένος και ευμετάβλητος. Αυτό αναγκάζει τις κεντρικές τράπεζες να κινούνται με μεγαλύτερη επιθετικότητα στις αυξήσεις επιτοκίων, με την αγορά futures να αποτιμά πλέον σημαντική πιθανότητα νέας αύξησης από τη Fed έως τον Δεκέμβριο, ανατρέποντας το προηγούμενο αφήγημα για διαδοχικές μειώσεις.

Τρία δομικά αίτια: χρέος, ελλείμματα, πληθωρισμός

Πίσω από την άμεση εικόνα υπάρχει μια βαθύτερη μετατόπιση. Ο Ρόμπιν Μπρουκς, ανώτερος ερευνητής στο Brookings Institution, συνοψίζει την άνοδο των αποδόσεων σε τρεις παράγοντες: εκρηκτικό δημόσιο χρέος μετά την πανδημία, απουσία ουσιαστικής δημοσιονομικής προσαρμογής και ένα νέο καθεστώς πληθωρισμού, υψηλότερου και πιο ασταθούς από την προ Covid περίοδο. Στις ΗΠΑ, το ομοσπονδιακό χρέος ξεπέρασε το 100% του ΑΕΠ, πλησιάζοντας τα μεταπολεμικά ιστορικά υψηλά, ενώ το Congressional Budget Office βλέπει τα ελλείμματα να διατηρούνται διαρθρωτικά πάνω από το 6% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο έως το 2036.

Την ίδια στιγμή, το κόστος εξυπηρέτησης αυτού του χρέους έχει μετατραπεί σε ξεχωριστή δημοσιονομική γραμμή κινδύνου. Στις ΗΠΑ, οι ετήσιοι τόκοι έχουν ήδη ξεπεράσει το 1 τρισ. δολάρια, υπερβαίνοντας τις τρέχουσες στρατιωτικές δαπάνες. Σε αυτό προστίθεται η ανοδική πορεία των αμυντικών προϋπολογισμών διεθνώς, με την κυβέρνηση Τραμπ να επιδιώκει αύξηση 44% στις αμερικανικές στρατιωτικές δαπάνες έως το 2027 και τους συμμάχους σε Ευρώπη και Καναδά να δεσμεύονται για σημαντική ενίσχυση των σχετικών δαπανών έως το 2035.

Όταν το κόστος δανεισμού ξεπερνά την ανάπτυξη

Ένα κρίσιμο θεσμικό όριο, που μέχρι πρόσφατα συζητείτο κυρίως σε τεχνικές αναλύσεις, μπαίνει πλέον στην καρδιά του δημόσιου διαλόγου: η σχέση μεταξύ κόστους δανεισμού και ονομαστικής ανάπτυξης του ΑΕΠ. Όταν η απόδοση των κρατικών ομολόγων ξεπερνά τον ρυθμό ονομαστικής ανάπτυξης, το χρέος τείνει να αυξάνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ ακόμη και χωρίς νέα ελλείμματα, καθιστώντας την πορεία του δυσκολότερα διαχειρίσιμη.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 10ετές gilt αποδίδει σχεδόν 5%, πάνω από τη μέση ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ της τελευταίας δεκαετίας, γύρω στο 4,8%. Στην Ιαπωνία, η απόδοση του 10ετούς έχει εκτιναχθεί πάνω από το 2,50%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 1997, με την αντίστοιχη ονομαστική ανάπτυξη της τελευταίας δεκαετίας να κινείται μόλις στο 1,9%. Αυτές οι αποκλίσεις λειτουργούν ως «καμπανάκι» για το αν το σημερινό επίπεδο επιτοκίων είναι διατηρήσιμο χωρίς βαθύτερες δημοσιονομικές προσαρμογές.

Η τακτική του αμερικανικού Δημοσίου και ο κίνδυνος ανατροπής

Η αμερικανική αγορά ομολόγων βρίσκεται στο επίκεντρο, όχι μόνο λόγω μεγέθους αλλά και επειδή για χρόνια λειτουργούσε ως παγκόσμιος μαγνήτης αποδόσεων. Με τα επιτόκια να ήταν μηδενικά ή αρνητικά σε Ευρώπη και Ιαπωνία, ξένα κεφάλαια κατευθύνονταν μαζικά στα αμερικανικά Treasuries, μειώνοντας το κόστος δανεισμού της Ουάσιγκτον. Καθώς όμως οι αποδόσεις ανεβαίνουν διεθνώς, αυτό το πλεονέκτημα περιορίζεται και οι ΗΠΑ καλούνται να ανταγωνιστούν σε έναν κόσμο όπου όλοι εκδίδουν περισσότερο χρέος.

Σε αυτό το πλαίσιο, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ επέλεξε από το 2022 να μετατοπίσει την έκδοση προς βραχυπρόθεσμα έντοκα γραμμάτια, αποφεύγοντας τη «κλείδωμα» υψηλών αποδόσεων σε μακροπρόθεσμους τίτλους. Η στρατηγική αυτή απέδωσε όσο η Fed μείωνε τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια το 2024 και το 2025, αλλά αν η κεντρική τράπεζα αναγκαστεί να επιστρέψει σε κύκλο αυξήσεων, το βαρύ βραχυπρόθεσμο προφίλ χρέους μπορεί να μετατραπεί σε πηγή αστάθειας, καθώς η αναχρηματοδότηση θα γίνεται σε ολοένα ακριβότερους όρους.

Σενάριο 6% στο 30ετές: τι σημαίνει για τις αγορές

Η προοπτική το 30ετές αμερικανικό ομόλογο να κινηθεί προς το 6% δεν είναι πλέον θεωρητική. Στην τελευταία έρευνα διαχειριστών κεφαλαίων της Bank of America, σχεδόν τα δύο τρίτα των συμμετεχόντων εκτιμούν ότι αυτό το επίπεδο μπορεί να επιτευχθεί μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Μια τέτοια κίνηση θα άλλαζε δραστικά την ισορροπία μεταξύ μετοχών και ομολόγων, αυξάνοντας την ελκυστικότητα του «ασφαλούς» εισοδήματος και πιέζοντας τις αποτιμήσεις των μετοχών, ιδίως σε κλάδους υψηλής ανάπτυξης και τεχνολογίας.

Βραχυπρόθεσμα, μια απότομη άνοδος των αποδόσεων θα μπορούσε να προκαλέσει έντονη διόρθωση στα χρηματιστήρια και ενδεχομένως ένα προσωρινό ράλι στα ομόλογα, αν οι επενδυτές σπεύσουν να «κλειδώσουν» υψηλά κουπόνια. Ωστόσο, χωρίς αλλαγή στη δημοσιονομική πορεία και στις πληθωριστικές προσδοκίες, ένα τέτοιο ράλι δύσκολα θα είχε διάρκεια. Μακροπρόθεσμα, η σταθεροποίηση σε επίπεδα κοντά στο 6% θα σήμαινε υψηλότερο κόστος κεφαλαίου για ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.

Οι μετοχές στο σταυροδρόμι: τεχνητή νοημοσύνη έναντι επιτοκίων

Ένα από τα παράδοξα της τρέχουσας συγκυρίας είναι ότι η άνοδος των αποδόσεων συμβαίνει ενώ οι βασικοί χρηματιστηριακοί δείκτες στις ΗΠΑ βρίσκονται κοντά σε ιστορικά υψηλά. Η ισχυρή επενδυτική αφήγηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και το κύμα νέων εισαγωγών σχετικών ομίλων στο χρηματιστήριο έχει στηρίξει τις αποτιμήσεις, παρά την αύξηση του κόστους χρήματος. Όσο όμως οι αποδόσεις στα μακροπρόθεσμα ομόλογα πλησιάζουν σε επίπεδα που προσφέρουν ελκυστικό, σχεδόν «χωρίς ρίσκο» εισόδημα, ο ανταγωνισμός για το επενδυτικό κεφάλαιο θα εντείνεται.

Για τις επιχειρήσεις, η νέα καμπύλη αποδόσεων σημαίνει ακριβότερη χρηματοδότηση, τόσο μέσω ομολόγων όσο και μέσω τραπεζικού δανεισμού, που τιμολογείται με βάση τα επιτόκια αναφοράς. Οι εταιρείες με υψηλή μόχλευση, οι κλάδοι με έντονη ανάγκη επενδύσεων (ενέργεια, υποδομές, τεχνολογία) και οι οικονομίες με μεγάλο ιδιωτικό χρέος βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του κινδύνου.

Τι προεξοφλούν οι αγορές και ποιο είναι το θεσμικό διακύβευμα

Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, οι αποδόσεις θα συνεχίσουν να επηρεάζονται από την πορεία του πολέμου με το Ιράν, την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και την τροχιά των τιμών πετρελαίου. Με δεδομένη τη βαρύτητα των τιμών καυσίμων στην πολιτική ατζέντα ενόψει ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, οι αγορές τείνουν να προεξοφλούν κάποια μορφή αποκλιμάκωσης. Ωστόσο, ακόμη κι αν το ενεργειακό σκέλος ηρεμήσει, ο δομικός πληθωρισμός στις υπηρεσίες και η διαρθρωτική αύξηση των δημοσίων δαπανών αφήνουν ελάχιστα περιθώρια επιστροφής σε περιβάλλον μηδενικών επιτοκίων.

Θεσμικά, το διακύβευμα είναι διπλό. Αφενός, οι κυβερνήσεις καλούνται να επανεξετάσουν την αντίληψη ότι τα ελλείμματα μπορούν να παραμένουν διαρκώς υψηλά χωρίς άμεσο κόστος. Αφετέρου, οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται υπό πίεση να ισορροπήσουν μεταξύ σταθερότητας τιμών και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, σε μια περίοδο όπου η κάθε νέα αύξηση επιτοκίων έχει πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.

Σχόλιο : Για την ελληνική οικονομία, η νέα παγκόσμια πραγματικότητα στα επιτόκια σημαίνει ότι το «παράθυρο» των εξαιρετικά χαμηλών αποδόσεων έχει οριστικά κλείσει. Η Ελλάδα εισέρχεται σε περίοδο κατά την οποία η διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας, η αξιοπιστία της δημοσιονομικής πολιτικής και η σταθερή εκτέλεση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων θα είναι κρίσιμες για να συγκρατηθεί το κόστος δανεισμού του Δημοσίου. Σε εταιρικό επίπεδο, οι ελληνικές επιχειρήσεις με υψηλή μόχλευση και μεγάλα επενδυτικά προγράμματα θα βρεθούν αντιμέτωπες με ακριβότερη χρηματοδότηση, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο σημαντική τη βελτίωση της κερδοφορίας και της εταιρικής διακυβέρνησης. Για τις τράπεζες, η άνοδος των αποδόσεων ενισχύει τα έσοδα από τόκους, αλλά αυξάνει και τον κίνδυνο απομειώσεων σε χαρτοφυλάκια ομολόγων και πιέσεων στην ποιότητα του πιστωτικού χαρτοφυλακίου, εάν η άνοδος των επιτοκίων διαρκέσει περισσότερο από όσο αντέχει η πραγματική οικονομία.

#ομόλογα #αποδόσεις #δημόσιοχρέος #Fed #Ελλάδα

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.