Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιαν περιγράφει την οικονομία ως το κεντρικό μέτωπο της αντιπαράθεσης με τη Δύση, επενδύοντας πολιτικά στην ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα. Η ρητορική του αναδεικνύει ότι η Τεχεράνη βλέπει πλέον τις κυρώσεις και τους περιορισμούς συνδεσιμότητας ως κρίσιμα εργαλεία πίεσης, αντίστοιχης βαρύτητας με τα στρατιωτικά μέσα.
Ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιαν έστειλε σαφές μήνυμα ότι το κύριο μέτωπο της αντιπαράθεσης της χώρας με τους εξωτερικούς αντιπάλους δεν είναι πλέον στρατιωτικό, αλλά οικονομικό. Μιλώντας σε εκπροσώπους του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Τεχεράνης, έθεσε στο επίκεντρο την προστασία της εγχώριας οικονομίας και την ενίσχυση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας ως βασικά εργαλεία ενίσχυσης της εθνικής ισχύος.
Η μετατόπιση από τη στρατιωτική στην οικονομική σύγκρουση
Η δήλωση ότι «το βασικό πεδίο μάχης σήμερα είναι ο οικονομικός πόλεμος» αποτυπώνει μια στρατηγική μετατόπιση στην ιρανική αφήγηση. Η Τεχεράνη επιχειρεί να πλαισιώσει τις διεθνείς κυρώσεις, τους περιορισμούς στις χρηματοπιστωτικές ροές και την τεχνολογική αποκοπή ως συστηματική επίθεση στην οικονομική ανθεκτικότητα της χώρας.
Ο Πεζεσκιαν συνέδεσε άμεσα την ισχύ του ιδιωτικού τομέα με την εθνική ισχύ, υποστηρίζοντας ότι όσο πιο ικανός και ευέλικτος είναι ο ιδιωτικός τομέας, τόσο πιο στέρεη γίνεται η οικονομική βάση και άρα η διαπραγματευτική θέση του Ιράν απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις. Πρόκειται για ρητορική που διαφοροποιείται από την παραδοσιακή έμφαση στην κρατικά ελεγχόμενη οικονομία και τις παραστρατιωτικές δομές.
Κυρώσεις, συνδεσιμότητα και το κόστος για την πραγματική οικονομία
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Ιρανός πρόεδρος υποστήριξε ότι, μετά την αποτυχία επίτευξης στόχων στο στρατιωτικό επίπεδο, οι αντίπαλοι του Ιράν επικεντρώνονται πλέον στη διάβρωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και στη διατάραξη των συνθηκών διαβίωσης του πληθυσμού. Η αναφορά αυτή συνδέεται με τη μακρά περίοδο διεθνών κυρώσεων που περιορίζουν τις εξαγωγές ενέργειας, την πρόσβαση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και την εισαγωγή τεχνολογίας.
Παράλληλα, η σταδιακή αποκατάσταση της πρόσβασης στο διαδίκτυο, την οποία χαρακτήρισε ως «πρώτο βήμα» ο αντιπρόεδρος Μοχαμάντ Ρεζά Αρέφ, αναδεικνύει μια ακόμη διάσταση του οικονομικού πολέμου. Η παρατεταμένη διακοπή συνδεσιμότητας, που σύμφωνα με οργανισμούς παρακολούθησης είχε απτό οικονομικό κόστος, επηρεάζει το ηλεκτρονικό εμπόριο, τις υπηρεσίες, τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές και την καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων.
Η στρατηγική ανάδειξης του ιδιωτικού τομέα
Η επιλογή του προέδρου να απευθυνθεί στο Εμπορικό Επιμελητήριο Τεχεράνης δεν είναι τυχαία. Στέλνει μήνυμα προς τους εγχώριους επιχειρηματίες ότι η κυβέρνηση αναγνωρίζει τον ρόλο τους ως πυλώνα σταθερότητας και όχι απλώς ως αποδέκτη ρυθμιστικών αποφάσεων. Η ρητορική υπέρ ενός «ικανότερου, ευέλικτου και ενεργού» ιδιωτικού τομέα υποδηλώνει πρόθεση μεταρρυθμίσεων, τουλάχιστον στο επίπεδο της αφήγησης.
Ωστόσο, η ιρανική οικονομία παραμένει βαθιά επηρεασμένη από κρατικούς και παρακρατικούς φορείς, με σημαντικό μέρος της παραγωγικής και χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας να βρίσκεται υπό έλεγχο δομών που συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης. Η πραγματική ενίσχυση της ιδιωτικής οικονομίας προϋποθέτει μεταβολές σε επίπεδο θεσμών, πρόσβασης σε κεφάλαια και διαφάνειας, κάτι που μέχρι στιγμής εξελίσσεται σταδιακά και με περιορισμούς.
Μακροπρόθεσμες επιπτώσεις για την περιφερειακή σταθερότητα
Η ανάδειξη του «οικονομικού πολέμου» σε κεντρικό αφήγημα εντάσσει το Ιράν σε ένα ευρύτερο μοτίβο χωρών που αντιμετωπίζουν κυρώσεις και επιλέγουν την οικονομική ανθεκτικότητα ως βασικό στόχο εθνικής στρατηγικής. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη έμφαση σε μη δυτικούς εταίρους, εναλλακτικά συστήματα πληρωμών και διμερείς ενεργειακές συμφωνίες, ώστε να περιοριστεί η εξάρτηση από τα παραδοσιακά κανάλια παγκοσμιοποίησης.
Σε περιφερειακό επίπεδο, η ιρανική προσπάθεια να διατηρήσει ροές εσόδων από υδρογονάνθρακες, παρά τους περιορισμούς, επηρεάζει την ισορροπία στην αγορά ενέργειας και τις στρατηγικές άλλων παραγωγών στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, η εσωτερική κοινωνική πίεση από την αύξηση του κόστους ζωής και τις διακοπές συνδεσιμότητας δημιουργεί ένα περίπλοκο μίγμα πολιτικής και οικονομικής αστάθειας, με πιθανές επιπτώσεις στις περιφερειακές σχέσεις και την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών ενέργειας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η ιρανική επιλογή να μεταφέρει το κέντρο βάρους στην οικονομική αντιπαράθεση σημαίνει ότι ο παράγοντας «κυρώσεις και ενεργειακές ροές» θα παραμείνει διαρκής πηγή αβεβαιότητας. Η ναυτιλία, ιδίως τα ελληνόκτητα δεξαμενόπλοια, λειτουργεί σε ένα περιβάλλον όπου οι ροές ιρανικού πετρελαίου και οι ρυθμιστικοί κίνδυνοι (κυρώσεις, ασφαλιστικές καλύψεις, καθεστώτα συμμόρφωσης) επηρεάζουν άμεσα τις εμπορικές αποφάσεις. Παράλληλα, η ανάδειξη του διαδικτύου ως κρίσιμης οικονομικής υποδομής υπενθυμίζει και για την Ελλάδα τη σημασία της ψηφιακής ανθεκτικότητας: οι διακοπές συνδεσιμότητας σε κρίσιμες αγορές μπορούν να επηρεάσουν αλυσίδες εφοδιασμού, πληρωμές και υπηρεσίες logistics. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, μια πιο θεσμική και προβλέψιμη οικονομική σχέση της Τεχεράνης με τη διεθνή κοινότητα θα μπορούσε να ανοίξει περιθώρια για ελληνικές επιχειρήσεις στους τομείς ενέργειας, υποδομών και ναυτιλιακών υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση σταθερού ρυθμιστικού πλαισίου και σαφούς συμμόρφωσης με το ευρωπαϊκό καθεστώς κυρώσεων.






