Φλωρίδης δηλώνει πλήρη συναίνεση δικηγόρων για αλλαγές Κώδικα

Ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης δεσμεύεται στους Δελφούς ότι καμία αλλαγή στον Κώδικα Δικηγόρων δεν θα προχωρήσει χωρίς απόλυτη συμφωνία του σώματος. Παράλληλα, κυβέρνηση και δικηγορικοί σύλλογοι αναδεικνύουν τη Δικαιοσύνη ως πεδίο θεσμικών μεταρρυθμίσεων, κοινωνικών πιέσεων και σύγκρουσης με τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.

Η Ολομέλεια των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων στους Δελφούς εξελίχθηκε σε ένα άτυπο φόρουμ για το μέλλον της Δικαιοσύνης, όπου η κυβέρνηση και το δικηγορικό σώμα έθεσαν δημόσια τους όρους της μεταξύ τους σχέσης. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης επέλεξε να συνδέσει ευθέως την επενδυτική σταθερότητα με την ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης, αλλά ταυτόχρονα έστειλε μήνυμα θεσμικής αυτοσυγκράτησης: οι αλλαγές στον Κώδικα Δικηγόρων θα προχωρήσουν, όπως είπε, μόνο με «απόλυτη συμφωνία» του κλάδου.

Πλήρης συναίνεση ή πολιτικό ρίσκο στις αλλαγές του Κώδικα;

Η δήλωση Φλωρίδη ότι «αν δεν συμφωνήσουμε στις αλλαγές δεν θα πάει στη Βουλή» ανεβάζει τον πήχη της θεσμικής νομιμοποίησης: η κυβέρνηση εμφανίζεται να αποδέχεται ως όρο το 100% της συναίνεσης του δικηγορικού σώματος. Πρόκειται για σπάνια δέσμευση σε ένα επάγγελμα με έντονη εσωτερική πολυφωνία, που πρακτικά δίνει στους δικηγορικούς συλλόγους άτυπο δικαίωμα αρνησικυρίας σε μια κεντρική μεταρρύθμιση.

Την ίδια στιγμή, ο υπουργός υπενθύμισε ότι βρίσκεται στα σκαριά νομοσχέδιο για ριζική αλλαγή του νόμου 3741/1929, που ρυθμίζει τις οριζόντιες και κάθετες ιδιοκτησίες. Η αναμόρφωση των ενοχικών σχέσεων στις ιδιωτικές περιουσίες, σε μια χώρα με υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης και σύνθετες πολυκατοικιακές σχέσεις, συνδέεται άμεσα με την καθημερινότητα εκατοντάδων χιλιάδων ιδιοκτητών και επενδυτών ακινήτων.

Ψηφιακή μετάβαση με χαμηλή χρήση και το στοίχημα της ταχύτητας

Ο Γιώργος Φλωρίδης αναφέρθηκε στις «θεμελιώδεις» νομοθετικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών: νέο δικαστικό χάρτη, αλλαγές στο κληρονομικό δίκαιο, ηλεκτρονικό φάκελο δικογραφίας και αναμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που, όπως υποστήριξε, «εξαφάνισαν τον φαύλο κύκλο των καθυστερήσεων». Ωστόσο, πίσω από τη θεσμική αισιοδοξία, τα στοιχεία που παρέθεσε δείχνουν το κενό ανάμεσα στη νομοθεσία και την πράξη.

Παρά την ολοκλήρωση της ψηφιακής μετάβασης στα δικαστήρια –ιδίως στην Αθήνα–, μόλις το 5% έως 10% των αγωγών κατατίθενται ηλεκτρονικά. Η χαμηλή χρήση αποκαλύπτει είτε έλλειψη επαρκούς εκπαίδευσης και υποστήριξης των χρηστών, είτε επιφυλάξεις του ίδιου του δικηγορικού σώματος, υπονομεύοντας το αφήγημα της ταχείας απονομής δικαιοσύνης. Η τεχνολογική υποδομή υπάρχει, αλλά η κουλτούρα χρήσης της παραμένει ζητούμενο.

Η κυβέρνηση αναδεικνύει τον δικηγόρο σε «συλλειτουργό» και συνομιλητή

Ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Ιωάννης Μπούγας τοποθέτησε τις μεταρρυθμίσεις σε ένα ευρύτερο αφήγημα υπέρβασης της «δραματικής υστέρησης» της χώρας στους δείκτες απονομής Δικαιοσύνης. Περιέγραψε τις νομοθετικές πρωτοβουλίες ως απάντηση σε χρόνια συζήτηση, με κεντρική ιδέα ότι η Δικαιοσύνη είναι θεμέλιο κράτους δικαίου, κοινωνικής συνοχής, ασφάλειας και δημοκρατικής σταθερότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος του δικηγόρου παρουσιάζεται ως καθοριστικός: «συλλειτουργός της Δικαιοσύνης», «υπερασπιστής δικαιωμάτων και ελευθεριών», «εγγυητής ισότιμης πρόσβασης» στη δικαστική προστασία. Ο υφυπουργός υποστήριξε ότι η κυβέρνηση δεν περιορίζεται σε ρητορική αναγνώριση, αλλά αναθέτει «οιονεί δικαιοδοτικό έργο» στους δικηγόρους και τους αναδεικνύει σε θεσμικούς συνομιλητές και συνδιαμορφωτές νομοσχεδίων. Έτσι, η εκτελεστική εξουσία επιχειρεί να νομιμοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις της μέσω της ενεργού συμμετοχής του κλάδου.

Η δίκη των Τεμπών ως θεσμικό τεστ για το δικηγορικό σώμα

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Ολομέλειας και του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, μετέφερε την ατζέντα στο πιο φορτισμένο κοινωνικά μέτωπο: τη δίκη των Τεμπών. Τη χαρακτήρισε «πρωταρχικό θέμα» που «απασχολεί βαθύτατα ολόκληρη την ελληνική κοινωνία» και παρουσίασε την παράσταση των Δικηγορικών Συλλόγων προς υποστήριξη της κατηγορίας ως «πράξη θεσμικής υπευθυνότητας».

Η νομιμοποίηση των Συλλόγων ως παρισταμένων σε δίκη «μείζονος εθνικής σημασίας» αναδεικνύεται, κατά τον ίδιο, σε «ορόσημο» για το σώμα. Ο Κουτσόλαμπρος επιμένει ότι οι Σύλλογοι δεν σιωπούν σε μεγάλα δικαιικά διακυβεύματα, αλλά παρεμβαίνουν με «δικονομικά προσήκοντα» μέσα. Παράλληλα, αναδεικνύει τις πρακτικές παρεμβάσεις του ΔΣΑ στη διαμόρφωση των συνθηκών διεξαγωγής της δίκης, από την αναμόρφωση της αίθουσας έως την προσθήκη εκατό νέων θέσεων και εδράνων, ως χειροπιαστή απόδειξη θεσμικής επιρροής.

Το μήνυμα είναι διπλό: αφενός, απαίτηση για «απρόσκοπτη» πρόοδο της δίκης με σεβασμό στα δικαιώματα των διαδίκων και στο κράτος δικαίου· αφετέρου, σαφής προειδοποίηση κατά της «εργαλειοποίησης» της δίκης για σκοπούς ξένους προς την απόδοση δικαιοσύνης. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι δηλώνουν ότι δεν θα υποκύψουν σε σκοπιμότητες, συνδέοντας τη θεσμική ουδετερότητα με την αποφυγή «δικονομικής αταξίας» και παρακώλυσης της διαδικασίας.

Σύγκρουση με τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων

Ο πρόεδρος της Ολομέλειας έθεσε με ιδιαίτερη έμφαση και το μέτωπο των τραπεζών και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (funds), το οποίο αγγίζει άμεσα τους δανειολήπτες και την κοινωνική συνοχή. Μίλησε για «καταχρηστικές συμπεριφορές» που, κατά την Ολομέλεια, εκδηλώνονται τόσο από τράπεζες όσο και από εταιρείες διαχείρισης, με αιχμή την προσπάθεια να διορίζουν δικηγόρους της αρεσκείας τους για την εκπροσώπηση του δανειολήπτη στις προσημειώσεις.

Η πρακτική αυτή, όπως τονίστηκε, εγείρει σοβαρά ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων, υπονομεύει την ανεξαρτησία του δικηγόρου και περιορίζει την ελευθερία επιλογής νομικού συμπαραστάτη από τον πολίτη. Παράλληλα, οι εταιρείες διαχείρισης κατηγορούνται ότι «φαλκιδεύουν τα δικαιώματα των δανειοληπτών», θέτουν σε κίνδυνο τα περιουσιακά τους δικαιώματα και επιδεικνύουν «απαξιωτικές συμπεριφορές» έναντι δικηγόρων και οφειλετών.

Η Ολομέλεια στρέφει τα βέλη της και προς την Τράπεζα της Ελλάδος, κάνοντας λόγο για «αδράνεια» απέναντι στα φαινόμενα αυτά και ζητώντας από το υπουργείο Οικονομικών θεσμικό πλαίσιο και κυρώσεις. Έτσι, το δικηγορικό σώμα επιχειρεί να τοποθετηθεί ως θεσμικός αντίβαρος σε μια αγορά μη εξυπηρετούμενων δανείων που επηρεάζει χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η αναμόρφωση του Κώδικα Δικηγόρων και η «δικηγορία του μέλλοντος»

Στο ίδιο συνέδριο, ο Ανδρέας Κουτσόλαμπρος χαρακτήρισε την αναμόρφωση του Κώδικα Δικηγόρων «μείζον εγχείρημα» τόσο της προηγούμενης όσο και της παρούσας Ολομέλειας. Η επιτροπή του υπουργείου Δικαιοσύνης, με συμμετοχή εκπροσώπων της Ολομέλειας, έχει αναλάβει τη σύνταξη ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου που θα καλύπτει όλο το φάσμα: από την άσκηση και απόκτηση της ιδιότητας, έως τα ασυμβίβαστα, τις αμοιβές και το πειθαρχικό δίκαιο.

Κεντρική αρχή που προβάλλει το δικηγορικό σώμα είναι η «αυτορρύθμιση» του επαγγέλματος, κατοχυρωμένη –όπως σημειώνεται– στο εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της πρόσφατης Διεθνούς Σύμβασης για την Προστασία του Επαγγέλματος του Δικηγόρου της 13ης Μαΐου 2025. Ο στόχος είναι ένας Κώδικας που θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη «δικηγορία του μέλλοντος», με ιδιαίτερη έμφαση στις προσδοκίες των νέων δικηγόρων για αξιοπρεπείς όρους άσκησης του λειτουργήματος.

Η περιφέρεια ζητά ισοτιμία πρόσβασης στη Δικαιοσύνη

Η πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Άμφισσας, Σταυρούλα Πήττα, έδωσε στην Ολομέλεια και μια περιφερειακή διάσταση. Σύνδεσε συμβολικά τους Δελφούς με τις έννοιες της ελευθερίας και της συγκροτημένης πολιτείας, υπογραμμίζοντας τον ρόλο του δικηγόρου ως υπερασπιστή δικαιωμάτων, θεματοφύλακα της δικαιοσύνης και παράγοντα κοινωνικής συνοχής.

Τόνισε ότι η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να περιορίζεται στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά πρέπει να αφορά «ισότιμα κάθε πολίτη, σε κάθε γωνιά της πατρίδας». Η ενότητα του δικηγορικού σώματος, παρά τις διαφορετικές διαδρομές σκέψης και τις αντικρουόμενες προσεγγίσεις, παρουσιάζεται ως προϋπόθεση για τρεις σταθερές επιδιώξεις: αξιοπρεπή διαβίωση των δικηγόρων, αξιοπρεπείς συνθήκες άσκησης του λειτουργήματος και απρόσκοπτη απονομή Δικαιοσύνης.

Σε μια συγκυρία όπου, όπως είπε, «ο θεσμός της Δικαιοσύνης και η ισορροπία στις σχέσεις των συλλειτουργών της βάλλονται και αμφισβητούνται», η Πήττα κάλεσε το σώμα να σταθεί «σύσσωμο» στο ύψος της θεσμικής του ευθύνης, επιδιώκοντας την αποκατάσταση κάθε δυσλειτουργίας προς όφελος των πολιτών και της κοινωνικής ειρήνης.

Σχόλιο : Η δέσμευση Φλωρίδη ότι δεν θα υπάρξουν αλλαγές στον Κώδικα Δικηγόρων χωρίς απόλυτη συναίνεση του κλάδου μεταφέρει ουσιαστικό βάρος διαπραγμάτευσης στο δικηγορικό σώμα. Για τον πολίτη, αυτό μπορεί να σημαίνει πιο προσεκτικά σχεδιασμένες ρυθμίσεις για αμοιβές, πειθαρχικό έλεγχο και πρόσβαση σε νομική εκπροσώπηση, αλλά και κίνδυνο καθυστερήσεων αν η συναίνεση αποδειχθεί δύσκολη. Η αναμόρφωση του νόμου του 1929 για τις οριζόντιες και κάθετες ιδιοκτησίες αγγίζει άμεσα την καθημερινότητα των ιδιοκτητών και των ενοίκων, με πιθανές αλλαγές στον τρόπο ρύθμισης των σχέσεων μέσα στις πολυκατοικίες και στη διαχείριση περιουσιών. Η χαμηλή χρήση των ηλεκτρονικών συστημάτων στα δικαστήρια δείχνει ότι η ταχύτερη Δικαιοσύνη δεν θα έρθει μόνο με νόμους, αλλά με αλλαγή πρακτικών από δικηγόρους και δικαστήρια, κάτι που επηρεάζει άμεσα τον χρόνο και το κόστος κάθε υπόθεσης. Η σύγκρουση με τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων αναδεικνύει ότι το επόμενο πεδίο πολιτικής πίεσης θα είναι η προστασία των δανειοληπτών και της πρώτης κατοικίας, με την Τράπεζα της Ελλάδος και το υπουργείο Οικονομικών να καλούνται να πάρουν πιο καθαρή θέση. Τέλος, η έμφαση στην περιφέρεια υπενθυμίζει ότι η ισότιμη πρόσβαση στη Δικαιοσύνη παραμένει κεντρικό ζητούμενο για τη λειτουργία του κράτους δικαίου και τη συνοχή της ελληνικής πολιτικής σκηνής.

#Δικαιοσύνη #ΚώδικαςΔικηγόρων #ΔικηγορικοίΣύλλογοι #Τέμπη #Τράπεζες

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.