Το 2025 τα φωτοβολταϊκά κυριάρχησαν στις νέες ΑΠΕ, συγκεντρώνοντας το 84,2% της νέας ισχύος και 1,65 δισ. € επενδύσεων. Παράλληλα όμως, η λήξη του προγράμματος «Φωτοβολταϊκά στη Στέγη» έφερε κάμψη στην αυτοκατανάλωση, μεταβάλλοντας την ισορροπία μεταξύ μεγάλων έργων και νοικοκυριών.
Η ελληνική αγορά φωτοβολταϊκών το 2025 επιβεβαίωσε τον ρόλο της ως βασικού μοχλού της ενεργειακής μετάβασης, αλλά με μια κρίσιμη μετατόπιση: η ανάπτυξη τροφοδοτήθηκε κυρίως από μεγάλα έργα και λιγότερο από τις στέγες των νοικοκυριών. Τα φωτοβολταϊκά κάλυψαν το 84,2% της νέας εγκατεστημένης ισχύος από ΑΠΕ, εδραιώνοντας την τεχνολογία ως την κυρίαρχη επιλογή νέας ηλεκτροπαραγωγής στη χώρα.
1,8 GW νέας ισχύος και επενδύσεις 1,65 δισ. €
Συνολικά, προστέθηκαν 1,8 GW νέων φωτοβολταϊκών, με επενδύσεις που έφθασαν τα 1,65 δισ. €. Η δυναμική δεν περιορίστηκε μόνο σε όσα συνδέθηκαν στο Σύστημα: τουλάχιστον 800 MW νέων σταθμών κατασκευάστηκαν το 2025, αλλά η ηλεκτρική τους σύνδεση μετατέθηκε για το 2026. Παρότι αυτά τα έργα δεν αποτυπώνονται ακόμη στην παραγωγή, οι σχετικές δαπάνες και η απασχόληση βάρυναν ήδη την οικονομική δραστηριότητα του 2025.
Η εικόνα αυτή δείχνει μια αγορά που «τρέχει μπροστά» από το δίκτυο, με έργα να ολοκληρώνονται κατασκευαστικά αλλά να περιμένουν τη σειρά τους για σύνδεση. Για τους επενδυτές, αυτό σημαίνει κεφάλαια δεσμευμένα πριν την έναρξη εσόδων, ενώ για το σύστημα μεταφοράς και διανομής σημαίνει πίεση να προσαρμοστεί ταχύτερα στη νέα πραγματικότητα υψηλής διείσδυσης ΑΠΕ.
Κάμψη στην αυτοκατανάλωση μετά τη λήξη της στήριξης
Παρά τη συνολική έκρηξη ισχύος, η αγορά των συστημάτων αυτοκατανάλωσης υποχώρησε. Από τα διασυνδεδεμένα φωτοβολταϊκά του 2025, μόλις το 14,4% αφορούσε αυτοπαραγωγή με αυτοκατανάλωση, με την αγορά να επιστρέφει σε επίπεδα του 2023. Η βασική αιτία ήταν η λήξη του προγράμματος επιδοτήσεων «Φωτοβολταϊκά στη Στέγη», που είχε λειτουργήσει ως βασικός επιταχυντής για τα οικιακά συστήματα.
Η υποχώρηση στα οικιακά έργα δεν ακύρωσε τη συνολική ανάπτυξη, αλλά άλλαξε τη σύνθεση της αγοράς. Το βάρος μετατοπίστηκε προς μεγαλύτερα έργα, αφήνοντας τα νοικοκυριά με λιγότερα κίνητρα να επενδύσουν σε δική τους παραγωγή ενέργειας. Αυτό έχει άμεση σημασία για το πώς κατανέμεται το όφελος της ενεργειακής μετάβασης μεταξύ μεγάλων επενδυτών και μικρών καταναλωτών.
Οικιακά φωτοβολταϊκά: λιγότερα έργα, περισσότερες μπαταρίες
Το 2025 διασυνδέθηκαν 5.180 οικιακά συστήματα φωτοβολταϊκών, εκ των οποίων τα 2.795 συνοδεύονταν από μπαταρία, δηλαδή σχεδόν τα μισά (49,2%). Παρότι ο συνολικός αριθμός οικιακών έργων μειώθηκε, η διείσδυση αποθήκευσης δείχνει ότι όσοι επενδύουν πλέον σε φωτοβολταϊκά στέγης στρέφονται σε πιο ολοκληρωμένες λύσεις, με στόχο μεγαλύτερη ενεργειακή αυτονομία και καλύτερη αξιοποίηση της παραγόμενης ενέργειας.
Η στροφή αυτή προς τις μπαταρίες αναδιαμορφώνει και την αγορά εργασίας και υπηρεσιών: απαιτεί πιο εξειδικευμένες εγκαταστάσεις, διαφορετικά επιχειρηματικά μοντέλα και νέα προϊόντα χρηματοδότησης. Την ίδια στιγμή, ενισχύει τη δυνατότητα των νοικοκυριών να περιορίζουν την έκθεσή τους στις διακυμάνσεις των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, εφόσον βέβαια μπορούν να αντέξουν το αρχικό κόστος επένδυσης.
Απασχόληση: 26.600 θέσεις πλήρους απασχόλησης
Η ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών το 2025 συνδέθηκε με 26.600 ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης. Ωστόσο, η κατανομή αυτής της απασχόλησης μεταβλήθηκε. Στα οικιακά και μικρά εμπορικά έργα εκτιμάται ότι χάθηκαν περίπου 2.000 θέσεις εργασίας, λόγω της κάμψης στην αυτοκατανάλωση. Οι θέσεις αυτές αναπληρώθηκαν από την άνοδο των μεγαλύτερων έργων και από τις πρώτες εγκαταστάσεις μπαταριών.
Για την αγορά εργασίας, αυτό σημαίνει μετατόπιση από πιο διάσπαρτες, μικρής κλίμακας εγκαταστάσεις προς μεγαλύτερα έργα με πιο συγκεντρωμένη δραστηριότητα. Η τάση αυτή ευνοεί εταιρείες με ισχυρή κεφαλαιακή βάση και τεχνική εξειδίκευση, αλλά αφήνει μικρότερο περιθώριο για μικρές επιχειρήσεις που είχαν στηριχθεί κυρίως στα οικιακά φωτοβολταϊκά.
Φωτοβολταϊκά: πρώτη φορά μπροστά από τα αιολικά
Το 2025 τα φωτοβολταϊκά παρήγαγαν για πρώτη φορά περισσότερη ενέργεια από τα αιολικά, κατακτώντας την πρώτη θέση μεταξύ των ΑΠΕ. Με πάνω από 100.000 εγκατεστημένα συστήματα όλων των μεγεθών έως τα τέλη του έτους, η τεχνολογία έχει πλέον ευρεία γεωγραφική και κοινωνική διασπορά, στοιχείο που ο ΣΕΦ χαρακτηρίζει ως «δημοκρατικό» χαρακτηριστικό της φωτοβολταϊκής ηλεκτροπαραγωγής.
Η πρωτιά στην παραγωγή σημαίνει ότι οι διακυμάνσεις της ηλιακής παραγωγής επηρεάζουν όλο και περισσότερο τη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, συμπιέζοντας τις τιμές τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας και αυξάνοντας τη σημασία της αποθήκευσης και της ευελιξίας του συστήματος. Ταυτόχρονα, η ισχυρή παρουσία των φωτοβολταϊκών περιορίζει την ανάγκη για παραγωγή από συμβατικές μονάδες, με άμεσο περιβαλλοντικό και έμμεσο οικονομικό όφελος.
Περιβαλλοντικό αποτύπωμα και κλιματική πολιτική
Χάρη στα φωτοβολταϊκά, το 2025 αποσοβήθηκε η έκλυση 6,3 εκατ. τόνων διοξειδίου του άνθρακα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, αυτό αντιστοιχεί στις εκπομπές 5,4 εκατ. νέων αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης, που διανύουν κατά μέσο όρο 10.000 χιλιόμετρα ετησίως. Το περιβαλλοντικό όφελος ισοδυναμεί επίσης με τη φύτευση 163 εκατ. κωνοφόρων ή 99,5 εκατ. φυλλοβόλων δέντρων εντός αστικού ιστού για μια δεκαετία.
Οι συγκρίσεις αυτές αναδεικνύουν τον ρόλο των φωτοβολταϊκών ως κεντρικού εργαλείου για την επίτευξη των κλιματικών στόχων. Παράλληλα, ενισχύουν τη διαπραγματευτική θέση της χώρας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ως αγορά που ήδη μετατοπίζει σημαντικό μέρος της παραγωγής της από ορυκτά καύσιμα σε ΑΠΕ, με μετρήσιμο αποτέλεσμα στις εκπομπές.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, τα στοιχεία του 2025 στέλνουν δύο μηνύματα. Από τη μία, η εκρηκτική ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών και η πρωτιά τους στην παραγωγή ΑΠΕ δημιουργούν προϋποθέσεις για χαμηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας σε βάθος χρόνου, καθώς περιορίζεται η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και τις διεθνείς διακυμάνσεις τιμών. Από την άλλη, η κάμψη στην αυτοκατανάλωση μετά τη λήξη του προγράμματος «Φωτοβολταϊκά στη Στέγη» σημαίνει ότι τα άμεσα οφέλη στους λογαριασμούς ρεύματος των νοικοκυριών δεν επεκτείνονται με τον ίδιο ρυθμό. Χωρίς στοχευμένα σχήματα στήριξης, η ενεργειακή μετάβαση τείνει να ευνοεί περισσότερο τους μεγάλους επενδυτές παρά τον μικρό καταναλωτή. Η ισχυρή είσοδος των μπαταριών στα οικιακά συστήματα δείχνει τον δρόμο για πραγματική ενεργειακή αυτονομία, αλλά το υψηλό αρχικό κόστος παραμένει εμπόδιο. Για την ελληνική αγορά ενέργειας, το στοίχημα της επόμενης διετίας θα είναι να μετατρέψει αυτή τη φωτοβολταϊκή δυναμική σε σταθερότερες τιμές, ασφαλή εφοδιασμό και πιο δίκαιη πρόσβαση στην αυτοπαραγωγή.






