Η κατανάλωση στην Ευρωζώνη δείχνει ξανά σημάδια κόπωσης, με τον Απρίλιο να επιστρέφει σε αρνητικό έδαφος. Το μήνυμα προς κυβερνήσεις και ΕΚΤ είναι ότι η ανάκαμψη παραμένει εύθραυστη.
Η κατανάλωση στην Ευρωζώνη φρέναρε εκ νέου τον Απρίλιο, με τον όγκο των λιανικών πωλήσεων να υποχωρεί κατά 0,4% σε μηνιαία βάση, μετά την αναθεωρημένη άνοδο 0,8% του Μαρτίου. Η κίνηση αυτή ακυρώνει μέρος της πρόσφατης βελτίωσης στο μέτωπο της ζήτησης και ενισχύει τις ανησυχίες για την αντοχή της ιδιωτικής κατανάλωσης, σε μια περίοδο όπου η νομισματική πολιτική παραμένει περιοριστική και ο πληθωρισμός, αν και αποκλιμακωμένος, συνεχίζει να διαβρώνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Μικτή εικόνα μεταξύ χωρών και κλάδων
Η πτώση του Απριλίου ήταν ελαφρώς εντονότερη από τις εκτιμήσεις των αναλυτών, που περίμεναν μείωση 0,3%, και προήλθε κυρίως από τα μη διατροφικά προϊόντα, όπου οι πωλήσεις μειώθηκαν κατά 0,9%. Ακόμη πιο έντονη ήταν η υποχώρηση στα καύσιμα, με πτώση 2,7% σε εξειδικευμένα καταστήματα, γεγονός που αντανακλά τόσο τις υψηλές τιμές ενέργειας όσο και τη συγκράτηση μετακινήσεων. Αντίβαρο αποτέλεσε ο κλάδος τροφίμων, ποτών και καπνού, όπου καταγράφηκε άνοδος 0,9%, επιβεβαιώνοντας ότι η κατανάλωση περιορίζεται στα απολύτως βασικά.
Σε επίπεδο χωρών, η εικόνα παραμένει ανομοιογενής. Στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, οι λιανικές πωλήσεις μειώθηκαν κατά 0,2%, ενώ στην Ισπανία η πτώση έφτασε το 1,5%, υποδηλώνοντας πιο έντονη επιβράδυνση της εσωτερικής ζήτησης. Αντίθετα, η Γαλλία κατέγραψε μικρή άνοδο 0,3%, περιορίζοντας τη συνολική αρνητική εικόνα. Σε ετήσια βάση, ο δείκτης παραμένει θετικός με αύξηση 1%, αλλά αισθητά χαμηλότερη από το 2,1% του Μαρτίου, στοιχείο που δείχνει ότι η δυναμική της κατανάλωσης χάνει σταδιακά ορμή.
Σήμα προειδοποίησης για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης
Η επιβράδυνση στις λιανικές πωλήσεις λειτουργεί ως προειδοποίηση για την πορεία της ανάπτυξης στο β’ τρίμηνο, καθώς η ιδιωτική κατανάλωση αποτελεί βασικό πυλώνα του ΑΕΠ. Ο συνδυασμός υψηλού –έστω και υποχωρούντος– πληθωρισμού και αυξημένου κόστους δανεισμού συνεχίζει να πιέζει τα πραγματικά εισοδήματα, περιορίζοντας τη δυνατότητα των νοικοκυριών να αυξήσουν δαπάνες σε διαρκή και προαιρετικά αγαθά. Για την ΕΚΤ, τα στοιχεία αυτά ενισχύουν το επιχείρημα για προσεκτική αλλά όχι βεβιασμένη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η κάμψη της κατανάλωσης στην Ευρωζώνη αποτελεί υπενθύμιση της εξάρτησης από το εξωτερικό περιβάλλον. Η επιβράδυνση στη ζήτηση βασικών ευρωπαϊκών οικονομιών μπορεί να επηρεάσει τις ελληνικές εξαγωγές βιομηχανικών και καταναλωτικών προϊόντων, αλλά και τον τουρισμό, μέσω της πίεσης στα διαθέσιμα εισοδήματα των Ευρωπαίων. Την ίδια στιγμή, η διατήρηση της κατανάλωσης σε τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης δείχνει ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε αυτούς τους κλάδους ενδέχεται να εμφανίσουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι θα ελέγξουν το κόστος και θα επενδύσουν σε ανταγωνιστικές τιμές.






