Η διεθνής Greenpeace πέτυχε σημαντική νίκη στο Περιφερειακό Δικαστήριο Άμστερνταμ, που απέρριψε ένσταση της Energy Transfer στην αγωγή αντί-SLAPP. Η εξέλιξη ενισχύει θεσμικά την προστασία της περιβαλλοντικής κριτικής απέναντι σε μεγάλες εταιρείες ορυκτών καυσίμων.
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στη διεθνή Greenpeace και την Energy Transfer περνά σε νέα φάση, με το Περιφερειακό Δικαστήριο του Άμστερνταμ να απορρίπτει πλήρως την προκαταρκτική ένσταση της εταιρείας αγωγών. Η Greenpeace επιδιώκει να αναγνωριστεί δικαστικά ότι η Energy Transfer ενήργησε παράνομα, τόσο με τις πρακτικές της όσο και με τις διαδοχικές καταχρηστικές αγωγές στις ΗΠΑ.
Η απόφαση υποχρεώνει την Energy Transfer να απαντήσει επί της ουσίας, βάσει ολλανδικού δικαίου, μέσα σε έξι εβδομάδες, ενώ της επιδικάζει και 1.495 € δικαστικά έξοδα υπέρ της Greenpeace. Πρόκειται για σπάνια κίνηση ευρωπαϊκού δικαστηρίου απέναντι σε μεγάλη εταιρεία ορυκτών καυσίμων, με σαφές μήνυμα για τα όρια του εταιρικού εκφοβισμού.
Τι κρίνεται πίσω από τη νομική μάχη
Στην καρδιά της υπόθεσης βρίσκονται οι αγωγές SLAPP, δηλαδή αγωγές που, σύμφωνα με τη Greenpeace, στοχεύουν να «θάψουν» οργανώσεις και ακτιβιστές κάτω από υπέρογκα δικαστικά κόστη. Η Energy Transfer έχει κινηθεί δικαστικά κατά της διεθνούς Greenpeace και των οργανώσεών της στις ΗΠΑ, με φόντο την αντίσταση στον αγωγό Dakota Access και το κίνημα Standing Rock.
Η Greenpeace απαντά με αγωγή αντί-SLAPP στην Ολλανδία, επιδιώκοντας αποκατάσταση ζημίας και ρητή αναγνώριση ότι οι πρακτικές της Energy Transfer συνιστούν καταχρηστική χρήση της δικαιοσύνης. Παράλληλα, στις ΗΠΑ, η οργάνωση αμφισβητεί απόφαση δικαστηρίου στη Βόρεια Ντακότα που επιδίκασε 345 εκατ. δολάρια στην Energy Transfer, ζητώντας νέα δίκη και δηλώνοντας έτοιμη για προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο της πολιτείας.
Επιπτώσεις για την κλιματική δράση και τις εταιρείες
Η υπόθεση λειτουργεί ως δοκιμασία για τα όρια της ελευθερίας λόγου γύρω από την κριτική σε έργα ορυκτών καυσίμων. Αν η Greenpeace δικαιωθεί ουσιαστικά στην Ολλανδία, θα ενισχυθεί η νομική ασπίδα απέναντι σε αγωγές που επιχειρούν να αποθαρρύνουν την κοινωνική και επενδυτική κριτική σε αγωγούς και άλλα έργα υποδομής.
Για τις εταιρείες του κλάδου, η εξέλιξη αυξάνει το ρυθμιστικό και νομικό ρίσκο γύρω από έργα με υψηλό κοινωνικό αποτύπωμα, πιέζοντας για μεγαλύτερη διαφάνεια και προληπτική διαβούλευση με τοπικές κοινωνίες. Η Greenpeace, από την πλευρά της, επενδύει και σε επικοινωνιακό μέτωπο, με ταινία μικρού μήκους «SLAPP Suit» για να αναδείξει το ζήτημα των αγωγών εκφοβισμού.
Σχόλιο
: Για την ελληνική αγορά ενέργειας, η υπόθεση στέλνει σήμα ότι τα μεγάλα έργα υποδομής –από αγωγούς έως τερματικούς σταθμούς– θα αξιολογούνται ολοένα και περισσότερο και με όρους κοινωνικής νομιμοποίησης, όχι μόνο οικονομικής βιωσιμότητας. Επενδυτές και εταιρείες που δραστηριοποιούνται και στην Ελλάδα θα συνυπολογίζουν πλέον το νομικό ρίσκο από πιθανές συγκρούσεις με τοπικές κοινωνίες και περιβαλλοντικές οργανώσεις, κάτι που μπορεί να επιβραδύνει αμφιλεγόμενα έργα αλλά και να ενισχύσει την προτίμηση σε λύσεις χαμηλότερου κοινωνικού και περιβαλλοντικού κόστους. Σε βάθος χρόνου, αυτή η πίεση μπορεί να επιταχύνει την κατεύθυνση κεφαλαίων προς καθαρότερες τεχνολογίες, με θετική επίδραση στη σταθερότητα του ενεργειακού κόστους για τον καταναλωτή.






