Η τέταρτη θητεία του Ιάνεζ Γιάνσα ξεκινά με φορολογικές αλλαγές και θεσμικές παρεμβάσεις που δοκιμάζουν τα όρια της σλοβενικής δημοκρατίας. Η σύνθεση της νέας πλειοψηφίας επαναφέρει το ερώτημα για τη θέση της χώρας στον ευρωπαϊκό πολιτικό άξονα.
Η επιστροφή του Ιάνεζ Γιάνσα στην πρωθυπουργία της Σλοβενίας, για τέταρτη φορά από την ανεξαρτησία της χώρας, επιβεβαιώνει την ανθεκτικότητα ενός πολιτικού που έχει μάθει να αξιοποιεί κενά ισχύος και κομματικές αστάθειες. Παρότι το κεντροαριστερό Κίνημα Ελευθερίας αναδείχθηκε πρώτο στις εκλογές, η αδυναμία του να χτίσει βιώσιμη πλειοψηφία άνοιξε τον δρόμο σε μια δεξιά κυβέρνηση με σαφή ιδεολογικό πρόσημο και έντονα πολωτικό αποτύπωμα. Η νέα κυβέρνηση κινείται ήδη επιθετικά σε φορολογικό, θεσμικό και ιστορικο-μνήμης πεδίο, στέλνοντας μήνυμα ότι η ατζέντα της δεν θα είναι «τεχνοκρατικά ουδέτερη», αλλά βαθιά πολιτική.
Ένας βετεράνος της δεξιάς με νέα συμμαχία
Το Σλοβενικό Δημοκρατικό Κόμμα του Γιάνσα διατηρεί διαχρονικά περίπου το ένα τέταρτο της εκλογικής επιρροής, στοιχείο που του επιτρέπει να λειτουργεί ως σταθερός πυλώνας της δεξιάς. Σε αντίθεση με τον κατακερματισμένο κεντροαριστερό χώρο, η οργάνωση και η εμπειρία του κόμματος αποδείχθηκαν κρίσιμες για τη συγκρότηση πλειοψηφίας με τους συντηρητικούς Νέα Σλοβενία και τους Δημοκράτες, αλλά και με την εξωτερική στήριξη του ακροδεξιού, λαϊκιστικού κόμματος Resnica. Η τελευταία αυτή στήριξη, παρά προγενέστερη δημόσια δέσμευση του αρχηγού του να μην συνεργαστεί με Γιάνσα, ενισχύει τις ανησυχίες για ευκαιριακές συμμαχίες που μετατοπίζουν τον πολιτικό άξονα προς τα δεξιά και ενδέχεται να πιέσουν την κυβέρνηση σε πιο ευρωσκεπτικιστικές ή αντισυστημικές κατευθύνσεις.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση επιχειρεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις έναντι των Βρυξελλών, με τον νέο υπουργό Εξωτερικών να υπογραμμίζει ότι η ΕΕ παραμένει ο «βασικός κύκλος» αναφοράς της χώρας. Ωστόσο, η μακρά πολιτική σχέση του Γιάνσα με τον Βίκτορ Όρμπαν και η παρουσία ενός αντιεμβολιαστικού, αντι-ΝΑΤΟ κόμματος στον κυβερνητικό συνασπισμό τροφοδοτούν το ερώτημα αν η Σλοβενία θα εξελιχθεί σε νέο «δύσκολο εταίρο» εντός της Ένωσης, ιδίως σε θέματα κράτους δικαίου και θεσμικής ισορροπίας.
Φορολογικές παρεμβάσεις και θεσμικοί κίνδυνοι
Σε οικονομικό επίπεδο, η κυβέρνηση ξεκινά με ένα οριζόντιο φορολογικό πακέτο που μειώνει τη φορολογική επιβάρυνση υψηλότερων εισοδημάτων, προκαλώντας την έντονη αντίδραση των συνδικάτων. Η κριτική εστιάζει στον κίνδυνο υποχρηματοδότησης δημόσιων υπηρεσιών και διεύρυνσης ανισοτήτων, σε μια μικρή ανοιχτή οικονομία που ήδη δοκιμάζεται από πληθωριστικές πιέσεις και επενδυτικές ανάγκες σε πράσινη μετάβαση και υποδομές. Παράλληλα, οι αλλαγές στον νόμο για τις κοινοβουλευτικές εξεταστικές επιτροπές, τις οποίες οργανώσεις δικαιωμάτων χαρακτηρίζουν ως «άνοιγμα δρόμου» σε πολιτικοποιημένο ελεγκτικό μηχανισμό, θέτουν στο επίκεντρο το ζήτημα της θεσμικής λογοδοσίας.
Ιδιαίτερα φορτισμένη είναι και η νομοθετική πρωτοβουλία για την ανακομιδή και ταφή, σε κεντρικό νεκροταφείο της Λιουμπλιάνα, προσώπων που εκτελέστηκαν ως συνεργάτες των ναζί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνοδευόμενη από καθιέρωση ημέρας μνήμης για τα «θύματα της κομμουνιστικής βίας». Η κίνηση αυτή αγγίζει τον πυρήνα της συλλογικής μνήμης στα Βαλκάνια, με τον δήμαρχο της πρωτεύουσας να αντιδρά, υποστηρίζοντας ότι εξισώνει αντιστασιακούς με δηλωμένους συνεργάτες του ναζισμού. Η εργαλειοποίηση της ιστορίας, σε συνδυασμό με τις θεσμικές παρεμβάσεις, ενδέχεται να οξύνει περαιτέρω την κοινωνική πόλωση και να επηρεάσει το επενδυτικό κλίμα μέσω αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, οι εξελίξεις στη Σλοβενία λειτουργούν κυρίως ως ένδειξη των ενδοευρωπαϊκών τάσεων προς μεγαλύτερη πολιτική πόλωση. Μια Σλοβενία που ενδεχομένως συγκλίνει προς το μοντέλο Όρμπαν θα μπορούσε να περιπλέξει τις διαπραγματεύσεις στο Συμβούλιο της ΕΕ για ζητήματα κράτους δικαίου, δημοσιονομικών κανόνων και πόρων συνοχής, επηρεάζοντας έμμεσα και την Ελλάδα. Παράλληλα, η σύγκρουση γύρω από τη φορολογική πολιτική και τη χρηματοδότηση δημοσίων υπηρεσιών προσφέρει χρήσιμο συγκριτικό παράδειγμα για την ελληνική συζήτηση γύρω από τη φορολογική βάση, την προοδευτικότητα του συστήματος και τη βιωσιμότητα του κοινωνικού κράτους σε ένα περιβάλλον αυξημένων επενδυτικών αναγκών.






