Ο ΟΗΕ διπλασιάζει την έκκληση χρηματοδότησης για τον Λίβανο, καθώς οι ισραηλινές επιχειρήσεις κλιμακώνουν την ανθρωπιστική πίεση. Η σύγκρουση απειλεί να αποσταθεροποιήσει περαιτέρω την ευρύτερη περιοχή.
Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών αυξάνει σε περίπου 640 εκατ. δολάρια τη χρηματοδοτική του έκκληση για τον Λίβανο, επιχειρώντας να καλύψει τις ανάγκες 1,4 εκατ. ανθρώπων μέσα σε ένα ταχέως επιδεινούμενο περιβάλλον ασφάλειας. Οι συνεχιζόμενες ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές στον νότιο Λίβανο, οι εκκλήσεις για εκκενώσεις χωριών και η επέκταση των χερσαίων επιχειρήσεων δημιουργούν ένα μίγμα στρατιωτικής κλιμάκωσης και κοινωνικής αποδιάρθρωσης σε μια χώρα ήδη βυθισμένη σε πολυετή οικονομική κρίση. Η καθυστερημένη ροή πόρων –λιγότερα από 190 εκατ. δολάρια είχαν εισρεύσει έως τα τέλη Μαΐου– υπογραμμίζει το χάσμα μεταξύ αναγκών και διεθνούς ανταπόκρισης.
Ο πόλεμος, η οικονομική κατάρρευση και ο κίνδυνος περιφερειακής ανάφλεξης
Ο Λίβανος εισέρχεται σε αυτή τη φάση της σύγκρουσης με εξαντλημένα δημοσιονομικά περιθώρια, αποδυναμωμένο τραπεζικό σύστημα και διαβρωμένη κρατική ικανότητα παροχής βασικών υπηρεσιών. Η αντιπαράθεση Ισραήλ–Χεζμπολάχ, που έχει περάσει ήδη το τετράμηνο, επιβαρύνει μια οικονομία με υψηλή ανεργία, εκτεταμένη φτώχεια και χρόνια υποεπένδυση σε υποδομές. Οι νέες εκτοπίσεις πληθυσμών από τα νότια, σε συνδυασμό με την ήδη μεγάλη παρουσία Σύρων προσφύγων, πιέζουν περαιτέρω τις αστικές περιοχές και τα τοπικά δίκτυα κοινωνικής πρόνοιας.
Παράλληλα, η ευρύτερη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή –με κεντρικό σημείο την κρίση γύρω από το Ιράν και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ– τροφοδοτεί άνοδο τιμών καυσίμων και μεταφορών. Αυτό μεταφράζεται σε ακριβότερες εισαγωγές τροφίμων και φαρμάκων για χώρες όπως ο Λίβανος, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το εξωτερικό. Το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα προειδοποιεί ότι η παρατεταμένη ενεργειακή αναταραχή μπορεί να προσθέσει δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως στην κατηγορία της οξείας επισιτιστικής ανασφάλειας, με τον Λίβανο να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της εξέλιξης.
Οικονομικός αντίκτυπος και κίνδυνοι για τις αγορές
Η κλιμάκωση στον Λίβανο ενισχύει τον γεωπολιτικό κίνδυνο σε μια ήδη εύθραυστη ενεργειακή και ναυτιλιακή συγκυρία. Η ανασφάλεια στα σύνορα Ισραήλ–Λιβάνου, σε συνδυασμό με τις αναταράξεις σε Ερυθρά Θάλασσα και Στενά του Ορμούζ, αυξάνει τα ασφάλιστρα κινδύνου, τα κόστη ναύλων και την αβεβαιότητα για τις ροές πετρελαίου και εμπορευμάτων. Για τους επενδυτές, το μείγμα ανθρωπιστικής κρίσης και περιφερειακής αστάθειας λειτουργεί ως παράγοντας αποστροφής κινδύνου, με πιθανές επιπτώσεις στις αποτιμήσεις αναδυόμενων αγορών της περιοχής και στις κεφαλαιακές ροές προς τη Μέση Ανατολή.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η κρίση στον Λίβανο λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής κινδύνου σε τρία επίπεδα: ενεργειακό κόστος, ναυτιλιακό ρίσκο και περιφερειακή αστάθεια στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνόκτητη ναυτιλία αντιμετωπίζει αυξημένα κόστη ασφάλισης και παρακάμψεων, ενώ η παρατεταμένη ένταση μπορεί να αναζωπυρώσει πληθωριστικές πιέσεις μέσω των τιμών ενέργειας. Παράλληλα, η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της ΕΕ στην πρώτη γραμμή της περιοχής, θα κληθεί να συμμετάσχει πιο ενεργά σε χρηματοδοτικά και ανθρωπιστικά σχήματα στήριξης, με δυνητικές δημοσιονομικές και διπλωματικές προεκτάσεις.






