Η ΔΕΗ ανακοινώνει επενδυτικό πρόγραμμα άνω των €24 δισ. έως το 2030, με αιχμή τις ΑΠΕ και την αποθήκευση. Η μείωση εκπομπών και η απολιγνιτοποίηση αναδιαμορφώνουν το κόστος παραγωγής και τον χάρτη της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Η ΔΕΗ περνά σε φάση επιθετικής πράσινης ανάπτυξης, συνδέοντας την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος με ένα από τα μεγαλύτερα επενδυτικά προγράμματα ενέργειας στην Ευρώπη. Με επενδύσεις άνω των €24 δισ. την περίοδο 2026-2030, ο Όμιλος στοχεύει σε ριζικό μετασχηματισμό του μίγματος παραγωγής και σε σημαντική μείωση του περιβαλλοντικού κόστους.
Ήδη το 2025, οι άμεσες εκπομπές CO₂ από ηλεκτροπαραγωγή έχουν μειωθεί κατά 58% σε σχέση με το 2019, ενώ οι εκπομπές από λιγνιτικές μονάδες έχουν περιοριστεί κατά 77%. Η λιγνιτική παραγωγή έπεσε στις 2,7 TWh, μόλις 13% της συνολικής παραγωγής της ΔΕΗ, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από τα φθηνά αλλά ρυπογόνα καύσιμα σε υποδομές υψηλής αρχικής επένδυσης αλλά χαμηλού λειτουργικού κόστους.
ΑΠΕ, αποθήκευση και νέα ισχύς έως το 2030
Κεντρικός στόχος του νέου στρατηγικού πλάνου είναι ο διπλασιασμός της εγκατεστημένης ισχύος στα 24,3 GW έως το 2030. Η ΔΕΗ επενδύει σε μεγάλης κλίμακας έργα ΑΠΕ, αποθήκευση με μπαταρίες και αντλησιοταμίευση, καθώς και σε ευέλικτες μονάδες που θα στηρίζουν την αστάθεια της παραγωγής από ήλιο και άνεμο.
Ενδεικτικό της στροφής είναι το cluster φωτοβολταϊκών σε Πτολεμαΐδα και Αμύνταιο, η μεγαλύτερη ομάδα φωτοβολταϊκών έργων στην Ευρώπη, με συνολική ισχύ 2.130 MW. Τα έργα αυτά αξιοποιούν εκτάσεις πρώην λιγνιτωρυχείων και εκτιμάται ότι αποτρέπουν πάνω από 1,5 εκατ. τόνους CO₂ ετησίως, μετατρέποντας περιοχές εξάρτησης από τον λιγνίτη σε κόμβους καθαρής ενέργειας.
Παράλληλα, η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ του Ομίλου έχει ήδη αυξηθεί σε 7,2 GW από 3,3 GW το 2019, ενώ ολοκληρώθηκε και το πρώτο πρόγραμμα ανανέωσης αιολικών πάρκων στην Ελλάδα, με αντικατάσταση 105 παλαιών ανεμογεννητριών σε 10 νησιά από 24 νέες, υψηλότερης απόδοσης. Η κίνηση αυτή ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια των νησιών και μειώνει την εξάρτηση από ακριβές και ρυπογόνες μονάδες ντίζελ.
Διεθνείς αξιολογήσεις και κλιματικοί στόχοι
Οι κλιματικοί στόχοι της ΔΕΗ έχουν επικυρωθεί από το «Science Based Targets initiative», με τον Όμιλο να στοχεύει σε μείωση εκπομπών Scope 1 και 2 ανά MWh κατά 73,7% έως το 2030 σε σχέση με το 2021. Παράλληλα, η διατήρηση της βαθμολογίας «Β» στον δείκτη CDP για την Κλιματική Αλλαγή το 2025 καταγράφει μια σταθερή, αν και όχι ακόμη κορυφαία, περιβαλλοντική επίδοση.
Στο επίπεδο τοπικών κοινωνιών, η ΔΕΗ υλοποιεί δράσεις προστασίας βιοποικιλότητας, αποκατάστασης φυσικών εκτάσεων και μείωσης ρύπανσης, με καθαρισμούς παράκτιων και θαλάσσιων οικοσυστημάτων και προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Οι παρεμβάσεις αυτές επιχειρούν να αντισταθμίσουν το ιστορικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα των προηγούμενων δεκαετιών.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, ένα τόσο μεγάλο πρόγραμμα ΑΠΕ και αποθήκευσης σημαίνει, μεσοπρόθεσμα, μικρότερη έκθεση στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών φυσικού αερίου και πετρελαίου. Η μετάβαση όμως απαιτεί υψηλές κεφαλαιουχικές δαπάνες, που περνούν εν μέρει μέσα από τα τιμολόγια και τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις δικτύου. Αν η ΔΕΗ αξιοποιήσει αποτελεσματικά τις νέες υποδομές, το σταθερότερο και φθηνότερο μεταβλητό κόστος των ΑΠΕ μπορεί να συγκρατήσει τις χονδρεμπορικές τιμές και να μειώσει την ένταση των «εκρηκτικών» λογαριασμών σε περιόδους κρίσης. Παράλληλα, η αναβάθμιση και η ευελιξία του συστήματος δημιουργούν περιθώριο για περισσότερες ιδιωτικές επενδύσεις σε φωτοβολταϊκά στέγης και ενεργειακές κοινότητες, ενισχύοντας τον ρόλο του πολίτη ως παραγωγού και όχι μόνο ως καταναλωτή.






