Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επέλεξε να αντιμετωπίσει τον ενεργειακό πληθωρισμό, ακόμη και με κόστος για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης
Σε μια κίνηση που αναμένεται να επηρεάσει τις αγορές, τις επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά και τις τράπεζες σε ολόκληρη την Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προχώρησε στην πρώτη αύξηση επιτοκίων από το 2023, ανεβάζοντας το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο 2,25%.
Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική Federal Reserve (Fed) επιλέγει να διατηρεί αμετάβλητη τη νομισματική πολιτική της, δημιουργώντας ένα ασυνήθιστο χάσμα στρατηγικής μεταξύ των δύο μεγαλύτερων κεντρικών τραπεζών του δυτικού κόσμου.
Η αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης αποτελεί την πρώτη αντίδραση της ΕΚΤ στο νέο ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, οι διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ και η άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Γιατί η ΕΚΤ κινείται διαφορετικά από τη Fed
Η βασική διαφορά μεταξύ των δύο κεντρικών τραπεζών βρίσκεται στο ίδιο το θεσμικό τους πλαίσιο.
Η Fed λειτουργεί με διπλή εντολή: να διατηρεί σταθερές τις τιμές και παράλληλα να στηρίζει την απασχόληση και την οικονομική ανάπτυξη.
Αντίθετα, η ΕΚΤ έχει έναν και μοναδικό στόχο: τη διατήρηση του πληθωρισμού κοντά στο 2%.
Αυτό σημαίνει ότι όταν οι πληθωριστικές πιέσεις ενισχύονται, η Φρανκφούρτη είναι περισσότερο διατεθειμένη να αυξήσει τα επιτόκια ακόμη και εάν η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνεται.
Η Ευρωζώνη βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με πληθωρισμό 3,2%, ενώ οι νέες προβλέψεις δείχνουν ότι η επιστροφή στον στόχο του 2% μετατίθεται πλέον προς το τέλος του 2028.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αλλάζει τα δεδομένα
Η ενεργειακή κρίση που πυροδότησε η σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν αποτελεί τον βασικό παράγοντα πίσω από την αλλαγή στάσης της ΕΚΤ.
Η Ευρώπη εξακολουθεί να είναι καθαρός εισαγωγέας ενέργειας και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η παρατεταμένη αστάθεια στα Στενά του Ορμούζ έχει αυξήσει σημαντικά το ενεργειακό κόστος, δημιουργώντας έναν νέο κύκλο πληθωριστικών πιέσεων.
Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες διαθέτουν υψηλή ενεργειακή αυτάρκεια και ισχυρή εγχώρια παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου, η Ευρωζώνη πλήττεται άμεσα από κάθε άνοδο στις διεθνείς τιμές ενέργειας.
Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο η ΕΚΤ θεωρεί απαραίτητη την αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής.
Οι αγορές προεξοφλούν και δεύτερη αύξηση
Η πρώτη αύξηση στο 2,25% θεωρείται ήδη δεδομένη από τις αγορές.
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις επόμενες κινήσεις της Φρανκφούρτης.
Οι περισσότερες μεγάλες επενδυτικές τράπεζες, μεταξύ των οποίων η Bank of America, η Citigroup, η UBS και η Barclays, εκτιμούν ότι είναι πιθανή και δεύτερη αύξηση επιτοκίων έως το τέλος του 2026.
Ορισμένοι οίκοι τοποθετούν την επόμενη κίνηση τον Ιούλιο, ενώ άλλοι θεωρούν πιθανότερο τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο.
Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί κυρίως από την πορεία των τιμών της ενέργειας και την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Τι σημαίνει για τις ευρωπαϊκές οικονομίες
Η αύξηση των επιτοκίων δημιουργεί μια δύσκολη ισορροπία.
Από τη μία πλευρά συμβάλλει στη σταθεροποίηση των πληθωριστικών προσδοκιών και στη στήριξη του ευρώ.
Από την άλλη όμως αυξάνει το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις, νοικοκυριά και κυβερνήσεις.
Η Ευρωζώνη ήδη εμφανίζει σημάδια οικονομικής επιβράδυνσης, ενώ χώρες με υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος ενδέχεται να δεχθούν πρόσθετες πιέσεις από το ακριβότερο χρήμα.
Οι αγορές ομολόγων έχουν ήδη αρχίσει να ενσωματώνουν το νέο περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων.
Η ελληνική διάσταση
Για την Ελλάδα, η απόφαση της ΕΚΤ δημιουργεί μικτές επιπτώσεις.
Οι ελληνικές τράπεζες αναμένεται να επωφεληθούν από την αύξηση των επιτοκίων, καθώς θα ενισχυθούν τα καθαρά έσοδα από τόκους και ενδέχεται να αναθεωρήσουν ανοδικά τους στόχους κερδοφορίας τους για το 2026.
Ταυτόχρονα όμως αυξάνεται το κόστος χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και επενδυτικά σχέδια, ενώ η παρατεταμένη άνοδος των ενεργειακών τιμών εξακολουθεί να αποτελεί απειλή για τον πληθωρισμό και την κατανάλωση.
Η ελληνική οικονομία βρίσκεται έτσι ανάμεσα σε δύο αντίρροπες δυνάμεις: τα οφέλη για τον τραπεζικό κλάδο και τις πιέσεις που προκαλεί το ακριβότερο χρήμα στην πραγματική οικονομία.
Σύμφωνα με αναλύσεις του SBC, οι επενδυτές θεωρούν ότι η ΕΚΤ είναι η πρώτη μεγάλη κεντρική τράπεζα που επιλέγει να αυξήσει τα επιτόκια απέναντι σε ένα νέο ενεργειακό σοκ, σε αντίθεση με τη Fed που εξακολουθεί να παρακολουθεί τις εξελίξεις χωρίς να μεταβάλει προς το παρόν τη στάση της.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν αποτελεί πλέον μόνο γεωπολιτικό ζήτημα, αλλά καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης της παγκόσμιας νομισματικής πολιτικής.
SBC Economic Desk – Σχολιο
Η απόφαση της ΕΚΤ σηματοδοτεί την είσοδο της Ευρώπης σε μια νέα φάση οικονομικής διαχείρισης, όπου ο πληθωρισμός που προκαλείται από την ενέργεια υπερισχύει των ανησυχιών για την ανάπτυξη. Η Φρανκφούρτη στέλνει μήνυμα ότι προτεραιότητα αποτελεί η σταθερότητα των τιμών, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται βραδύτερη ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα υπάρξει δεύτερη αύξηση επιτοκίων, αλλά πόσο θα διαρκέσει η ενεργειακή κρίση που τροφοδοτεί αυτή τη νέα στρατηγική.







