Στην 105η ημέρα του πολέμου, η σύγκρουση μπαίνει σε μια από τις πιο κρίσιμες καμπές της, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι ακυρώνει προγραμματισμένες επιθέσεις κατά του Ιράν, επικαλούμενος πρόοδο στις διαπραγματεύσεις και πιθανή επίτευξη συμφωνίας. Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί μια απότομη μεταστροφή στρατηγικής, δεδομένου ότι λίγες ώρες νωρίτερα η Ουάσιγκτον απειλούσε με μαζικά πλήγματα, συμπεριλαμβανομένων στόχων υψηλής σημασίας όπως το Kharg Island – τον βασικό ενεργειακό κόμβο εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι απλώς τακτική.
Είναι στρατηγικό pivot.
Η ακύρωση των επιθέσεων για τρίτη συνεχόμενη νύχτα δείχνει ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να μεταφέρει το momentum από το στρατιωτικό πεδίο στη διπλωματία, προσπαθώντας να «κλειδώσει» μια συμφωνία πριν η σύγκρουση ξεφύγει εκ νέου. Σύμφωνα με τον Τραμπ, οι διαπραγματεύσεις έχουν φτάσει στο τελικό στάδιο, με τα βασικά σημεία να έχουν εγκριθεί όχι μόνο από τις ΗΠΑ αλλά και από συμμάχους στην περιοχή.
Ωστόσο, το ερώτημα είναι αν πρόκειται για πραγματική πρόοδο ή για επικοινωνιακή διαχείριση.
Από την πλευρά της Τεχεράνης, η εικόνα είναι πιο σύνθετη.
Ιρανός αξιωματούχος επιβεβαιώνει ότι το προσχέδιο συμφωνίας εξετάζεται από την ανώτατη ηγεσία, κάτι που δείχνει ότι οι συνομιλίες έχουν όντως προχωρήσει σε υψηλό επίπεδο. Ταυτόχρονα όμως, το ιρανικό αφήγημα εστιάζει στο ότι ο πόλεμος ενίσχυσε τη θέση της χώρας και ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία θα παρουσιαστεί ως αποτέλεσμα αντοχής και όχι υποχώρησης.
Με απλά λόγια:
και οι δύο πλευρές θέλουν deal
αλλά καμία δεν θέλει να φανεί ότι υποχωρεί
Αυτό είναι το βασικό ρίσκο.
Η συμφωνία μπορεί να υπάρξει.
Αλλά η εφαρμογή της θα είναι το πραγματικό τεστ.
Στο στρατιωτικό επίπεδο, η αποκλιμάκωση παραμένει μερική.
Παρά την παύση των άμεσων επιθέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, το μέτωπο του Λιβάνου παραμένει ενεργό. Η Χεζμπολάχ ανακοίνωσε δεκάδες επιθέσεις κατά ισραηλινών στόχων, χρησιμοποιώντας drones, πυραύλους και πυροβολικό, επιβεβαιώνοντας ότι η σύγκρουση συνεχίζεται μέσω proxy δυνάμεων.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν υπάρξει συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν, η περιφερειακή αστάθεια δεν θα εξαφανιστεί άμεσα.
Το αντίθετο.
Μπορεί να μετατοπιστεί.
Παράλληλα, αναλυτές εκτιμούν ότι η στρατηγική της Ουάσιγκτον βασίζεται στο δόγμα “escalate to de-escalate”. Δηλαδή, η απειλή για ένταση χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης για να επιτευχθεί συμφωνία. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι πρόσφατες απειλές για πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, όπως το Kharg Island, ενδέχεται να λειτούργησαν ως καταλύτης για την πρόοδο στις συνομιλίες.
Αλλά αυτή η στρατηγική έχει όρια.
Αν η άλλη πλευρά δεν πειστεί, οδηγεί σε πραγματική κλιμάκωση.
Και όχι σε συμφωνία.
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο είναι η στάση του Ισραήλ.
Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται ολοένα και πιο ανήσυχη ότι ο Benjamin Netanyahu μπορεί να υπονομεύσει τη διπλωματική διαδικασία, συνεχίζοντας τις επιχειρήσεις στην περιοχή. Ο Τραμπ έχει ήδη προσπαθήσει να περιορίσει τις κινήσεις του Ισραήλ, δίνοντας «χρόνο στη διπλωματία», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται.
Αυτό δημιουργεί ένα νέο ρήγμα.
ΗΠΑ – Ισραήλ δεν κινούνται πλέον απόλυτα ευθυγραμμισμένα.
Και αυτό αλλάζει τα δεδομένα.
Η μεγάλη εικόνα στην 105η ημέρα του πολέμου είναι ξεκάθαρη:
η στρατιωτική κλιμάκωση παγώνει προσωρινά
η διπλωματία επιταχύνεται
αλλά η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει συμφωνία τις επόμενες ημέρες.
Είναι αν αυτή η συμφωνία θα αντέξει πέρα από την πρώτη κρίση.
SBC Σχόλιο: Όταν μια συμφωνία γεννιέται υπό την απειλή πολέμου, η βιωσιμότητά της εξαρτάται από το τι θα συμβεί όταν η απειλή αποσυρθεί. Και εκεί συνήθως αρχίζουν τα πραγματικά προβλήματα.







