Ο δείκτης ανταγωνιστικότητας αποτυπώνει ότι η Ελλάδα παραμένει καθηλωμένη στην 50ή θέση παγκοσμίως, με σαφή επιδείνωση σε κράτος και υποδομές. Η εικόνα αυτή περιορίζει την αναπτυξιακή δυναμική και αυξάνει το κόστος για επιχειρήσεις και εργαζομένους.
Ο δείκτης ανταγωνιστικότητας αποκαλύπτει ότι η ελληνική οικονομία παραμένει στην 50ή θέση μεταξύ 70 χωρών, με υποχώρηση τριών θέσεων σε σχέση με το 2024 και στασιμότητα την τελευταία πενταετία. Πίσω από τον σταθερό αριθμό κρύβεται μια ανησυχητική «βουτιά» στην κυβερνητική αποτελεσματικότητα και τις υποδομές, τα δύο πεδία που καθορίζουν το περιβάλλον για επενδύσεις και παραγωγή.
Πού υστερεί η Ελλάδα στον δείκτη ανταγωνιστικότητας;
Στην κατηγορία «κυβερνητική αποτελεσματικότητα» η Ελλάδα έπεσε από την 53η στην 59η θέση το 2026, σηματοδοτώντας τη μεγαλύτερη επιδείνωση μεταξύ των τεσσάρων βασικών αξόνων. Αντίστοιχα στις υποδομές η χώρα υποχώρησε από την 40ή στην 44η θέση, καταγράφοντας τη χειρότερη επίδοσή της την τελευταία πενταετία και στέλνοντας σήμα κινδύνου για μεταφορές, ενέργεια και ψηφιακά δίκτυα.
Η επιχειρηματική αποτελεσματικότητα έμεινε στάσιμη στην 53η θέση, υποδηλώνοντας ότι το επιχειρηματικό περιβάλλον δεν βελτιώνεται με τον ρυθμό που θα απαιτούσε μια οικονομία που επιδιώκει σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μοναδική θετική νότα αποτελεί η οικονομική αποδοτικότητα, που βελτιώθηκε οριακά από την 53η στην 51η θέση, παραμένοντας πάντως κάτω από τη μέση ζώνη της κατάταξης.
Ποιο είναι το διεθνές πλαίσιο και τα διαρθρωτικά αδύνατα σημεία;
Η ετήσια αξιολόγηση βασίζεται σε 262 κριτήρια, συνδυάζοντας 170 στατιστικούς δείκτες και 92 ποιοτικές εκτιμήσεις ανώτερων στελεχών επιχειρήσεων, γεγονός που καθιστά τον δείκτη «καθρέφτη» της πραγματικής λειτουργίας της οικονομίας. Στην κορυφή βρίσκονται Σιγκαπούρη, Χονγκ Κονγκ και Ελβετία, ενώ εννέα από τις δέκα πρώτες είναι μικρές, ιδιαίτερα εξωστρεφείς οικονομίες, αποδεικνύοντας ότι το μέγεθος δεν αποτελεί δικαιολογία για υστέρηση.
Τέσσερα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δανία, Ιρλανδία, Ολλανδία, Σουηδία) συγκαταλέγονται στη δεκάδα, αναδεικνύοντας το χάσμα της Ελλάδας από τις πιο ανταγωνιστικές ευρωπαϊκές οικονομίες. Στα αδύνατα σημεία της ελληνικής οικονομίας δεσπόζουν το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης (67η θέση), το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (65η θέση) και η ανεργία (64η θέση), στοιχεία που περιορίζουν τη δυνατότητα σταθερής ανάπτυξης.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Η χαμηλή θέση στον δείκτη ανταγωνιστικότητας μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης, βραδύτερη προσέλκυση επενδύσεων και μικρότερο περιθώριο για αύξηση μισθών χωρίς απώλεια θέσεων εργασίας. Οι αδυναμίες σε κράτος και υποδομές επιβαρύνουν ιδιαίτερα τις βιομηχανικές και εξαγωγικές επιχειρήσεις, που αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις, γραφειοκρατία και πρόσθετα λειτουργικά κόστη.
Την ανάγκη στροφής σε πιο παραγωγικό μοντέλο υπογραμμίζει η Πρόεδρος του ΣΒΕ Λουκία Σαράντη, τονίζοντας ότι απαιτείται συνεκτική εθνική στρατηγική με έμφαση στην παραγωγή, την καινοτομία, τις δεξιότητες, την ενεργειακή ανταγωνιστικότητα και τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Η ίδια επισημαίνει ότι το ζητούμενο δεν είναι μόνο να καταγραφούν τα προβλήματα, αλλά να αποφασιστεί «πόσο γρήγορα θέλουμε να προχωρήσουμε μπροστά», με σταθερές πολιτικές υπέρ της βιομηχανίας και της παραγωγής.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα σημαίνει ακριβότερα προϊόντα, μικρότερη ποικιλία και πιο αργή βελτίωση των εισοδημάτων. Για τις επιχειρήσεις, ειδικά τις μικρομεσαίες, συνεπάγεται υψηλό διοικητικό και ενεργειακό κόστος, επενδυτική αβεβαιότητα και δυσκολότερη πρόσβαση σε κεφάλαια, με άμεση αντανάκλαση στην απασχόληση και στη φορολογική βάση της χώρας.
Διαβάστε επίσης:
Ευρωζώνη αυξάνει πληθωρισμό στο 3,2%, Ελλάδα στο 4,9%
ΗΠΑ: Βουτιά στα αποθέματα πετρελαίου αναζωπυρώνει τα σενάρια ανόδου
#ΕλληνικήΟικονομία #Ανταγωνιστικότητα #ΣΒΕ #ΚυβερνητικήΑποτελεσματικότητα #Υποδομές






