Το δημόσιο χρέος παραμένει ο κεντρικός πονοκέφαλος για την επόμενη αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Παρά τη σταθερή πρόοδο, η γεωπολιτική αβεβαιότητα, τα εξωτερικά ελλείμματα και ο πολιτικός κύκλος απειλούν να μεταθέσουν χρονικά τον στόχο για υψηλότερη πιστοληπτική βαθμίδα.
Το δημόσιο χρέος παραμένει ο βασικός περιοριστικός παράγοντας στην πορεία της χώρας προς ανώτερη πιστοληπτική βαθμίδα, ακόμη και μετά την ανάκτηση της επενδυτικής κατηγορίας. Η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο την προσέγγιση αξιολόγησης «Α-» έως το τέλος της δεκαετίας και «Α+» γύρω στο 2034, συνδέοντας αυτή τη διαδρομή με σταδιακή αποκλιμάκωση του χρέους κοντά στο 100% του ΑΕΠ.
Πώς το δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα επηρεάζουν τις αναβαθμίσεις;
Παρότι το δημόσιο χρέος μειώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ, παραμένει το υψηλότερο στην Ευρώπη και λειτουργεί ως «οροφή» για τις αξιολογήσεις. Οι οίκοι παρακολουθούν επίσης το επίμονα αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, που αποτυπώνει τις αδυναμίες της παραγωγικής βάσης και της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας.
Η προσδοκία ότι μέχρι το τέλος του 2026 η Ιταλία θα ξεπεράσει την Ελλάδα σε λόγο χρέους προς ΑΕΠ βελτιώνει σχετικώς την εικόνα, χωρίς όμως να αίρει τον χαρακτηρισμό της χώρας ως ιδιαίτερα υπερχρεωμένης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πρόωρες αποπληρωμές δανείων, όπως αυτή της 15ης Ιουνίου, αξιοποιούνται ως σήμα αξιοπιστίας προς τις αγορές και τους οίκους αξιολόγησης.
Γιατί οι οίκοι αξιολόγησης γίνονται πιο επιφυλακτικοί;
Το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από αυξημένη αστάθεια, με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή να ενισχύουν τους κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία και τις κεφαλαιακές ροές. Σε αυτό το σκηνικό, οι οίκοι τείνουν να υιοθετούν πιο προσεκτική στάση, ακόμη και απέναντι σε χώρες που βελτιώνουν σταθερά τα βασικά τους μεγέθη.
Παράλληλα, οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, με ορίζοντα τις επόμενες εθνικές εκλογές, ενσωματώνονται στις εκτιμήσεις για το ρίσκο πολιτικής σταθερότητας. Οι καθυστερήσεις στο δικαστικό σύστημα προστίθενται ως θεσμικός παράγοντας που επιβαρύνει την εικόνα, καθώς θεωρείται κρίσιμος για την ποιότητα του επενδυτικού περιβάλλοντος.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Η διατήρηση της χώρας στο χαμηλότερο τμήμα της επενδυτικής βαθμίδας σημαίνει ότι το κόστος δανεισμού για το Δημόσιο και, κατ’ επέκταση, για τις επιχειρήσεις παραμένει υψηλότερο από αυτό οικονομιών με ισχυρότερο αξιόχρεο. Αυτό περιορίζει τον δημοσιονομικό χώρο για μειώσεις φόρων και αυξήσεις δαπανών, επηρεάζοντας άμεσα την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Ο νέος κύκλος αξιολογήσεων από DBRS, Moody’s, Scope, S&P και Fitch, από τον Σεπτέμβριο έως τον Νοέμβριο, αναμένεται να λειτουργήσει ως «τεστ αντοχής» για την οικονομική πολιτική. Τυχόν καθυστέρηση στις αναβαθμίσεις θα διατηρήσει την πίεση για επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων σε δικαιοσύνη, παραγωγική βάση και εξωτερική ισορροπία, προκειμένου η ανάπτυξη να στηριχθεί σε πιο σταθερά θεμέλια.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, η ταχύτερη αναβάθμιση σημαίνει προοπτική χαμηλότερων επιτοκίων και μικρότερη πίεση σε στεγαστικά, επιχειρηματικά και καταναλωτικά δάνεια, άρα και περισσότερη «ανάσα» στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Για τις επιχειρήσεις, ειδικά τις μικρομεσαίες, η πορεία του δημόσιου χρέους και η στάση των οίκων αξιολόγησης καθορίζουν το κόστος χρηματοδότησης, την πρόσβαση σε κεφάλαια και τελικά την ικανότητα επένδυσης και δημιουργίας θέσεων εργασίας, με άμεση αντανάκλαση στο συνολικό δυναμικό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
#ΔημόσιοΧρέος #ΕλληνικήΟικονομία #ΟίκοιΑξιολόγησης #ΙσοζύγιοΣυναλλαγών #ΓεωπολιτικόςΚίνδυνος






