Η Βρετανία σε δεκαετία πολιτικού ρίσκου και οικονομικού κόστους

Η πολιτική αστάθεια στη Μεγάλη Βρετανία έχει μετατραπεί σε μετρήσιμο οικονομικό κόστος, με τις αγορές να τιμολογούν πλέον μόνιμο ρίσκο. Η παραίτηση Στάρμερ απλώς προσθέτει ένα ακόμη επεισόδιο σε μια δεκαετία που φθείρει συστηματικά την αξιοπιστία της χώρας.

Η πολιτική αστάθεια στη Μεγάλη Βρετανία έχει πάψει να είναι απλώς εσωτερικό ζήτημα και αποτυπώνεται πλέον καθαρά στο κόστος δανεισμού και στην επενδυτική συμπεριφορά. Μια χώρα που υπήρξε για δεκαετίες υπόδειγμα θεσμικής συνέχειας, οδεύει πλέον προς τον έβδομο πρωθυπουργό σε δέκα χρόνια, με τις αγορές να απαιτούν ασφάλιστρο αβεβαιότητας.

Διαφήμιση

Πώς η πολιτική αστάθεια μεταφράζεται σε κόστος για τις αγορές;

Το Brexit λειτούργησε ως σημείο καμπής, ανοίγοντας έναν μαραθώνιο αβεβαιότητας για το οικονομικό μοντέλο της Βρετανίας. Από το 2016 και μετά, οι επιχειρήσεις και οι επενδυτές καλούνται να αποτιμήσουν μια οικονομία που δεν έχει σταθερά απαντήσει τι θέση θέλει να έχει σε σχέση με την Ευρώπη και το παγκόσμιο εμπόριο.

Η κρίση του «mini-budget» της Λιζ Τρας το 2022 αποκάλυψε με οξύ τρόπο την απώλεια εμπιστοσύνης. Οι μη επαρκώς χρηματοδοτούμενες φορολογικές μειώσεις προκάλεσαν βίαιο sell-off στα gilts, εκτόξευση αποδόσεων και ανάγκασαν την Τράπεζα της Αγγλίας σε παρέμβαση για να προστατεύσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Το ασφάλιστρο ρίσκου και ο λογαριασμός στο χρέος

Έκτοτε, τα βρετανικά ομόλογα ενσωματώνουν σταθερά τον κίνδυνο πολιτικών αιφνιδιασμών και δημοσιονομικών παλινωδιών. Οι αποδόσεις των 10ετών ομολόγων έφθασαν τον Μάιο στο 5,13%, υψηλότερα τόσο από τα αμερικανικά όσο και από τα γερμανικά, υποδηλώνοντας ότι οι αγορές τιμολογούν πλέον τη Βρετανία ως πιο επισφαλή.

Κάθε αύξηση μίας ποσοστιαίας μονάδας στις αποδόσεις μπορεί να προσθέσει έως και 15 δισ. στερλίνες ετησίως στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους μέχρι το 2030. Αυτό περιορίζει τα δημοσιονομικά περιθώρια για επενδύσεις, κοινωνικές παροχές, φοροελαφρύνσεις και ενίσχυση βασικών δημόσιων υπηρεσιών όπως υγεία, παιδεία και άμυνα.

Παραγωγικότητα, επενδύσεις και η επόμενη μέρα στη Ντάουνινγκ Στριτ

Η αβεβαιότητα δεν χτύπησε μόνο τις αγορές, αλλά και την πραγματική οικονομία. Έρευνα της Τράπεζας της Αγγλίας έδειξε ότι το δημοψήφισμα του 2016 προκάλεσε παρατεταμένη άνοδο της αβεβαιότητας στις επιχειρήσεις, με τις επενδύσεις να καταγράφουν πτώση 11% στα τρία χρόνια πριν οριστικοποιηθούν οι όροι αποχώρησης από την ΕΕ.

Ο ΟΟΣΑ συνδέει την υποτονική αύξηση της παραγωγικότητας με χρόνια χαμηλών επενδύσεων και διαδοχικά οικονομικά σοκ. Το OBR εκτιμά ότι η παραγωγικότητα θα παραμείνει περίπου 4% χαμηλότερη λόγω Brexit, ενώ εισαγωγές και εξαγωγές εκτιμάται ότι θα είναι περίπου 15% χαμηλότερες σε σχέση με το σενάριο παραμονής στην ΕΕ.

Μελέτες υπολογίζουν ότι έως το 2025 το Brexit έχει μειώσει το ΑΕΠ κατά 6%-8% και τις επενδύσεις κατά 12%-18%, με απώλειες 3%-4% σε απασχόληση και παραγωγικότητα. Ξένοι αναλυτές βλέπουν σε αυτό όχι μόνο την έξοδο από την ΕΕ, αλλά την είσοδο σε μια εποχή πιο ασταθούς οικονομικής πολιτικής και εύθραυστης δημοσιονομικής αξιοπιστίας.

Η παραίτηση Στάρμερ δείχνει ότι η υπόσχεση «επιστροφής στη σταθερότητα» δεν αρκεί χωρίς διαρκή απόδειξη συνέπειας. Το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι ο σχεδιασμός για δημοσιονομική προσαρμογή μπορεί να σταθεροποιήσει το χρέος, αλλά θέτει ως κρίσιμο παράγοντα την αξιοπιστία της πορείας αυτής, δηλαδή την ικανότητα της πολιτικής ηγεσίας να τηρήσει κανόνες και στόχους.

Ο διάδοχος του Στάρμερ θα κληρονομήσει ένα εμφανές έλλειμμα εμπιστοσύνης. Η UBS επισημαίνει ότι γύρω από τον Μπέρναμ και τους άλλους διεκδικητές υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα ως προς την εθνική οικονομική στρατηγική και τη στάση απέναντι στους δημοσιονομικούς κανόνες, με την αγορά να θεωρεί πιθανή ηγεσία Μπέρναμ λιγότερο φιλική, μεταξύ άλλων λόγω δηλώσεων ότι η χώρα δεν πρέπει να είναι «όμηρος» των αγορών ομολόγων.

πολιτική αστάθεια SBC Red Line

Η βρετανική περίπτωση δείχνει ότι η πολιτική αστάθεια δεν μένει χωρίς τιμωρία: αποτυπώνεται σε υψηλότερα επιτόκια, χαμηλότερες επενδύσεις και διαρκές «κούρεμα» της παραγωγικότητας. Όταν οι κυβερνήσεις αλλάζουν συχνά κατεύθυνση, οι αγορές σταματούν να δίνουν το «benefit of the doubt».

Για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αυτό σημαίνει ακριβότερο δανεισμό, περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια και πιο σκληρές προτεραιότητες σε δαπάνες και φορολογία. Το πολιτικό ρίσκο μετατρέπεται σε καθημερινό κόστος χρηματοδότησης, επενδυτικών αποφάσεων και διαθέσιμου εισοδήματος.

Η μεγάλη εικόνα είναι ότι η επόμενη ηγεσία στη Ντάουνινγκ Στριτ δεν θα κριθεί μόνο από το ιδεολογικό της στίγμα, αλλά από το αν μπορεί να ξαναχτίσει μια συνεκτική, προβλέψιμη οικονομική στρατηγική. Χωρίς πειστική αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, η Βρετανία κινδυνεύει να παγιώσει ένα μόνιμο ασφάλιστρο αβεβαιότητας πάνω στην οικονομία της.

#πολιτικήαστάθεια #ΜεγάληΒρετανία #Brexit #βρετανικάομόλογα #αγορές #παραγωγικότητα #επενδύσεις #δημοσιονομικήπολιτική #ΔΝΤ #UBS #OfficeforBudgetResponsibility #ΤράπεζατηςΑγγλίας #Εργατικοί #κόστοςδανεισμού #βρετανικήοικονομία

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.