Η μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής δεν θα κριθεί τελικά στις διεθνείς συνόδους κορυφής, ούτε αποκλειστικά στις διαπραγματεύσεις μεταξύ κυβερνήσεων. Θα κριθεί στις πόλεις.
Εκεί όπου ζει περισσότερο από το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού. Εκεί όπου παράγεται σχεδόν το 80% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Εκεί όπου καταναλώνεται η μεγαλύτερη ποσότητα ενέργειας και παράγεται το μεγαλύτερο μέρος των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει σαφές ότι οι εθνικές κυβερνήσεις δυσκολεύονται να διατηρήσουν σταθερή πολιτική πορεία απέναντι στην κλιματική αλλαγή. Οι εκλογικοί κύκλοι, οι γεωπολιτικές κρίσεις, οι ενεργειακές αναταράξεις και οι δημοσιονομικοί περιορισμοί συχνά οδηγούν σε καθυστερήσεις ή ακόμη και σε αναστροφή πολιτικών.
Οι πόλεις, αντίθετα, λειτουργούν διαφορετικά.
Οι δήμαρχοι αξιολογούνται καθημερινά από τους πολίτες για το αν οι δρόμοι είναι ασφαλείς, αν οι συγκοινωνίες λειτουργούν, αν οι λογαριασμοί ενέργειας μειώνονται και αν οι γειτονιές γίνονται περισσότερο βιώσιμες.
Η κλιματική πολιτική παύει έτσι να αποτελεί ιδεολογική συζήτηση και μετατρέπεται σε ζήτημα ποιότητας ζωής.
Αυτό εξηγεί γιατί πολλές από τις σημαντικότερες καινοτομίες της πράσινης μετάβασης ξεκινούν σήμερα σε τοπικό επίπεδο. Η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων, τα ηλεκτρικά μέσα μαζικής μεταφοράς, οι ποδηλατόδρομοι, οι αστικές αναπλάσεις, τα έξυπνα δίκτυα και οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν μειώνουν μόνο τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Μειώνουν παράλληλα το ενεργειακό κόστος, περιορίζουν την ατμοσφαιρική ρύπανση, ενισχύουν τη δημόσια υγεία και αυξάνουν την αξία των αστικών περιοχών.
Με άλλα λόγια, η πράσινη μετάβαση δεν αποτελεί πλέον περιβαλλοντική πολυτέλεια. Αποτελεί οικονομική στρατηγική.
Το σημαντικότερο όμως στοιχείο είναι ότι η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή αποκτά πλέον την ίδια βαρύτητα με τη μείωση των εκπομπών.
Για πολλά χρόνια η δημόσια συζήτηση επικεντρωνόταν σχεδόν αποκλειστικά στη μείωση του άνθρακα. Σήμερα όμως οι ακραίοι καύσωνες, οι πλημμύρες, οι παρατεταμένες ξηρασίες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα αποτελούν ήδη μέρος της καθημερινότητας.
Οι πόλεις καλούνται να προστατεύσουν τους κατοίκους τους τώρα, όχι σε είκοσι χρόνια.
Αυτό σημαίνει νέες υποδομές, περισσότερους χώρους πρασίνου, σκίαση δημόσιων χώρων, πράσινες στέγες, αντιπλημμυρικά έργα, έξυπνα συστήματα διαχείρισης υδάτων και καλύτερο πολεοδομικό σχεδιασμό.
Η προσαρμογή παύει να είναι αμυντική πολιτική. Μετατρέπεται σε επένδυση.
Παράλληλα, η κλιματική πολιτική εξελίσσεται σε σημαντικό επενδυτικό κλάδο.
Οι διεθνείς αγορές κεφαλαίου κατευθύνουν ολοένα περισσότερους πόρους σε πράσινα έργα υποδομών. Τα λεγόμενα green bonds, τα sustainability-linked loans και τα climate funds χρηματοδοτούν πλέον έργα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν αποκλειστική ευθύνη του δημόσιου τομέα.
Οι πόλεις που διαθέτουν ώριμα σχέδια αποκτούν σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην προσέλκυση επενδύσεων.
Δεν είναι τυχαίο ότι οργανισμοί όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, η Παγκόσμια Τράπεζα και διεθνή δίκτυα όπως το C40 και το Global Covenant of Mayors επεκτείνουν συνεχώς τα χρηματοδοτικά τους εργαλεία.
Η πραγματική πρόκληση πλέον δεν είναι η έλλειψη κεφαλαίων.
Είναι η έλλειψη ώριμων έργων.
Πολλοί δήμοι εξακολουθούν να μην διαθέτουν την απαραίτητη τεχνική επάρκεια ώστε να σχεδιάσουν έργα που μπορούν να χρηματοδοτηθούν από διεθνείς επενδυτές.
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση της επόμενης δεκαετίας.
Η κλιματική μετάβαση δεν θα επιταχυνθεί μόνο μέσω περισσότερων χρημάτων, αλλά κυρίως μέσω καλύτερης διοικητικής ικανότητας.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί μια ιδιαίτερα σημαντική ευκαιρία.
Οι ελληνικές πόλεις αντιμετωπίζουν ήδη τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής με εντονότερους καύσωνες, μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας, αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιών και ακραία πλημμυρικά φαινόμενα.
Την ίδια στιγμή όμως διαθέτουν σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα.
Η μεγάλη ηλιοφάνεια, η αυξανόμενη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η ανάπτυξη ψηφιακών υποδομών και οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί πόροι δημιουργούν ένα περιβάλλον που μπορεί να επιταχύνει τον αστικό μετασχηματισμό.
Η επιτυχία όμως δεν θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τις χρηματοδοτήσεις.
Θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι δήμοι θα μπορέσουν να σχεδιάσουν ολοκληρωμένες στρατηγικές που συνδυάζουν την ενεργειακή μετάβαση με την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και την ανθεκτικότητα απέναντι στις φυσικές καταστροφές.
Η κλιματική αλλαγή δεν είναι πλέον ένα μελλοντικό σενάριο.
Είναι ήδη παράγοντας ανταγωνιστικότητας.
Οι πόλεις που θα κινηθούν γρήγορα θα προσελκύσουν επιχειρήσεις, επενδύσεις, ανθρώπινο κεφάλαιο και καινοτομία.
Οι υπόλοιπες κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν αυξανόμενο κόστος υποδομών, υψηλότερες ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, απώλεια παραγωγικότητας και μείωση της ελκυστικότητάς τους.
Η νέα παγκόσμια οικονομία δεν θα ανταγωνίζεται μόνο χώρες.
Θα ανταγωνίζεται πόλεις.
Και οι πόλεις που θα καταφέρουν να συνδυάσουν βιωσιμότητα, τεχνολογία και ποιότητα ζωής θα είναι εκείνες που θα συγκεντρώσουν το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων της επόμενης γενιάς.
SBC Editorial Note
Η πράσινη μετάβαση εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου η επιτυχία δεν θα μετριέται αποκλειστικά σε τόνους εκπομπών CO₂ που αποφεύγονται, αλλά στην ικανότητα των πόλεων να γίνουν πιο ανταγωνιστικές, πιο ασφαλείς και οικονομικά πιο ανθεκτικές. Για τους επενδυτές, τις επιχειρήσεις και τις τοπικές κοινωνίες, οι πόλεις εξελίσσονται στον σημαντικότερο χώρο παραγωγής αξίας της επόμενης δεκαετίας.







