Η Ευρώπη κυνηγά την ανταγωνιστικότητα με λάθος συνταγή

Η λέξη «ανταγωνιστικότητα» έχει εξελιχθεί σχεδόν σε πολιτικό δόγμα. Από τις Βρυξέλλες μέχρι τις εθνικές κυβερνήσεις, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ίδιο ερώτημα: πώς θα μπορέσει η Ευρώπη να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα σε έναν κόσμο που αλλάζει με πρωτοφανή ταχύτητα.

Η απάντηση που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια είναι επίσης γνώριμη. Λιγότερη γραφειοκρατία, χαμηλότερο εργασιακό κόστος, φορολογικά κίνητρα, απορρύθμιση και μεγαλύτερη ευελιξία στις αγορές. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η μείωση του κόστους παραγωγής θα ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να επενδύσουν περισσότερο, αυξάνοντας τελικά την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη.

Διαφήμιση

Το πρόβλημα είναι ότι τα δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν αυτή τη θεωρία.

Εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, το κόστος χρηματοδότησης στην Ευρώπη βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Οι επιχειρήσεις είχαν πρόσβαση σε άφθονη και φθηνή ρευστότητα, ιδιαίτερα μετά τις πολιτικές ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Τα εταιρικά κέρδη σε αρκετούς κλάδους διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα, ενώ οι μεγάλες πολυεθνικές ενίσχυσαν σημαντικά τους ισολογισμούς τους.

Κι όμως, η παραγωγικότητα δεν απογειώθηκε.

Οι ιδιωτικές επενδύσεις αυξήθηκαν με πολύ πιο αργούς ρυθμούς από τους αναμενόμενους, οι πραγματικοί μισθοί παρέμειναν στάσιμοι για μεγάλα χρονικά διαστήματα και το μερίδιο της εργασίας στο συνολικό παραγόμενο εισόδημα συνέχισε να μειώνεται. Με απλά λόγια, η προσφορά κεφαλαίου δεν μετατράπηκε αυτόματα σε παραγωγικές επενδύσεις.

Αυτό ίσως αποτελεί τη σημαντικότερη οικονομική παρανόηση της τελευταίας εικοσαετίας.

Η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το κόστος παραγωγής. Εξαρτάται κυρίως από την ικανότητα μιας οικονομίας να καινοτομεί, να δημιουργεί νέες τεχνολογίες, να αναπτύσσει ανθρώπινο κεφάλαιο και να μετατρέπει τη γνώση σε παραγωγικότητα.

Οι οικονομίες που κυριαρχούν σήμερα στις αγορές δεν είναι εκείνες με τους χαμηλότερους μισθούς. Είναι εκείνες που παράγουν τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το εργασιακό κόστος είναι σημαντικά υψηλότερο από πολλές άλλες οικονομίες, όμως η παραγωγικότητα παραμένει εξαιρετικά υψηλή χάρη στην τεχνολογική υπεροχή, στην καινοτομία, στις κεφαλαιαγορές και στο επιχειρηματικό οικοσύστημα. Το ίδιο ισχύει και για αρκετές σκανδιναβικές οικονομίες, οι οποίες συνδυάζουν υψηλούς μισθούς με εξαιρετική ανταγωνιστικότητα.

Η Ευρώπη κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια διαφορετική λογική.

Αντί να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για περισσότερη καινοτομία, μεγαλύτερες επενδύσεις στην έρευνα, καλύτερη εκπαίδευση και ισχυρότερες κεφαλαιαγορές, μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης εξακολουθεί να επικεντρώνεται στη μείωση του κόστους εργασίας ή στη χαλάρωση των κανονιστικών πλαισίων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η απλούστευση των διαδικασιών ή η μείωση της γραφειοκρατίας δεν είναι απαραίτητες. Αντίθετα, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την προσέλκυση επενδύσεων. Όμως από μόνες τους δεν αρκούν.

Η πραγματική ανταγωνιστικότητα προκύπτει όταν δημόσιος και ιδιωτικός τομέας λειτουργούν συμπληρωματικά.

Οι μεγαλύτερες τεχνολογικές επαναστάσεις των τελευταίων δεκαετιών δεν προήλθαν αποκλειστικά από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Το διαδίκτυο, οι δορυφορικές τεχνολογίες, τα GPS, οι ημιαγωγοί, ακόμη και πολλές εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης βασίστηκαν αρχικά σε σημαντικές δημόσιες επενδύσεις στην έρευνα και στην τεχνολογία. Στη συνέχεια, ο ιδιωτικός τομέας αξιοποίησε αυτές τις υποδομές για να δημιουργήσει νέα επιχειρηματικά μοντέλα.

Αυτό ακριβώς φαίνεται να λείπει σήμερα από την ευρωπαϊκή στρατηγική.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει εξαιρετικά πανεπιστήμια, υψηλό επίπεδο επιστημονικής γνώσης και ισχυρή βιομηχανική βάση. Εκεί όπου υστερεί είναι στην ικανότητα να μετατρέπει την καινοτομία σε επιχειρηματική ανάπτυξη μεγάλης κλίμακας. Οι ευρωπαϊκές νεοφυείς επιχειρήσεις συχνά μεταφέρονται στις Ηνωμένες Πολιτείες για χρηματοδότηση, ενώ οι κεφαλαιαγορές παραμένουν κατακερματισμένες και λιγότερο αποτελεσματικές σε σχέση με τις αμερικανικές.

Ταυτόχρονα, η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί έναν νέο γύρο διεθνούς ανταγωνισμού. Οι επιχειρήσεις που θα κυριαρχήσουν τα επόμενα χρόνια δεν θα είναι εκείνες που λειτουργούν με το χαμηλότερο κόστος, αλλά όσες μπορούν να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά τα δεδομένα, την υπολογιστική ισχύ και το ανθρώπινο κεφάλαιο.

Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η επένδυση στη γνώση αποκτά μεγαλύτερη σημασία από τη συμπίεση των μισθών.

Για την Ελλάδα, το συμπέρασμα είναι ακόμη πιο κρίσιμο.

Η χώρα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί οικονομίες χαμηλού κόστους εργασίας. Ούτε μπορεί να βασίσει τη μελλοντική της ανάπτυξη αποκλειστικά στον τουρισμό ή στην κατανάλωση. Η πραγματική σύγκλιση με τις ανεπτυγμένες οικονομίες θα προέλθει μόνο μέσα από υψηλότερη παραγωγικότητα, ισχυρότερη καινοτομία, περισσότερες επενδύσεις στην τεχνολογία και καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.

Η ανταγωνιστικότητα δεν είναι ένας αγώνας για το ποιος θα πληρώνει λιγότερο την εργασία. Είναι ένας αγώνας για το ποιος θα δημιουργεί περισσότερη αξία.

Όσο η Ευρώπη συνεχίζει να αντιμετωπίζει την ανταγωνιστικότητα κυρίως ως ζήτημα κόστους, κινδυνεύει να χάσει την πραγματική μάχη: εκείνη της παραγωγικότητας, της καινοτομίας και της τεχνολογικής πρωτοπορίας. Και αυτή είναι μια μάχη που θα καθορίσει όχι μόνο την οικονομική της ισχύ, αλλά και τη γεωπολιτική της θέση τις επόμενες δεκαετίες.

SBC Σχολιο

Η ευρωπαϊκή οικονομία δεν χρειάζεται έναν ακόμη κύκλο λιτότητας ή απορρύθμισης. Χρειάζεται μια νέα αναπτυξιακή στρατηγική που θα ενισχύει την καινοτομία, την παραγωγικότητα και τις επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η πραγματική ανταγωνιστικότητα δεν οικοδομείται μειώνοντας το κόστος, αλλά αυξάνοντας την αξία που παράγει μια οικονομία.

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.