Για περισσότερο από μισό αιώνα, το πετρέλαιο αποτέλεσε το ισχυρότερο γεωπολιτικό όπλο του πλανήτη. Οι πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 προκάλεσαν ύφεση, εκτίναξαν τον πληθωρισμό, οδήγησαν σε ενεργειακή ανασφάλεια και άλλαξαν για πάντα τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι οικονομίες. Σήμερα, όμως, ακόμη και μία από τις μεγαλύτερες διαταραχές στην προσφορά πετρελαίου που έχει καταγραφεί ποτέ –όπως αυτή που προκάλεσε η σύγκρουση ΗΠΑ-Ισραήλ-Ιράν και η κρίση στα Στενά του Ορμούζ– δεν είχε τις ίδιες καταστροφικές συνέπειες.
Ο Nouriel Roubini υποστηρίζει ότι αυτό δεν αποτελεί σύμπτωση. Η παγκόσμια οικονομία έχει αλλάξει τόσο βαθιά, ώστε τα πετρελαϊκά σοκ δεν έχουν πλέον τη δύναμη να εκτροχιάζουν αυτόματα την ανάπτυξη. Δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει εξαφανιστεί. Σημαίνει όμως ότι κυβερνήσεις, αγορές και επιχειρήσεις έχουν μάθει να λειτουργούν σε ένα περιβάλλον όπου η ενέργεια χρησιμοποιείται συστηματικά ως γεωπολιτικό εργαλείο.
Η οικονομία του 2026 δεν είναι η οικονομία του 1973
Η πρώτη μεγάλη πετρελαϊκή κρίση βρήκε τις δυτικές οικονομίες σχεδόν απόλυτα εξαρτημένες από το αργό πετρέλαιο. Η βιομηχανία, οι μεταφορές, η ηλεκτροπαραγωγή και η θέρμανση βασίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στους υδρογονάνθρακες.
Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική.
Η ενεργειακή ένταση των οικονομιών έχει μειωθεί σημαντικά. Για κάθε μονάδα ΑΕΠ απαιτείται πολύ λιγότερη κατανάλωση πετρελαίου σε σχέση με πριν από πενήντα χρόνια. Η ενεργειακή αποδοτικότητα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η ψηφιοποίηση και η μετάβαση προς οικονομίες υπηρεσιών έχουν περιορίσει σημαντικά την εξάρτηση από το αργό.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μεγάλες διακυμάνσεις στις τιμές δεν μεταφέρονται πλέον με την ίδια ένταση στην πραγματική οικονομία.
Οι αγορές έχουν μάθει να αποτιμούν τον γεωπολιτικό κίνδυνο
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές λειτουργούν διαφορετικά από ό,τι πριν από μερικές δεκαετίες.
Η πληροφόρηση είναι σχεδόν στιγμιαία, οι αγορές παραγώγων επιτρέπουν αντιστάθμιση κινδύνου και οι επενδυτές αξιολογούν πλέον όχι μόνο το γεγονός αλλά και τη διάρκειά του.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης στο Στενό του Ορμούζ, οι τιμές του Brent εκτινάχθηκαν προσωρινά, όμως στη συνέχεια αποκλιμακώθηκαν σχετικά γρήγορα, καθώς οι αγορές εκτίμησαν ότι δεν επρόκειτο για μόνιμη διακοπή της παγκόσμιας προσφοράς.
Αυτό αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη διαφορά σε σχέση με το παρελθόν.
Οι αγορές δεν αντιδρούν πλέον μόνο στον φόβο. Αντιδρούν κυρίως στις πιθανότητες.
Η νέα ενεργειακή γεωγραφία
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια η ενεργειακή παραγωγή έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μετατράπηκαν στον μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω της επανάστασης του shale oil.
Παράλληλα:
- αυξήθηκαν οι εξαγωγές LNG,
- επεκτάθηκαν οι στρατηγικές αποθήκες,
- δημιουργήθηκαν νέες ενεργειακές διαδρομές,
- ενισχύθηκαν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και εάν υπάρξει σοβαρή διαταραχή σε μία περιοχή, το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα διαθέτει περισσότερους μηχανισμούς προσαρμογής από ό,τι στο παρελθόν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επιπτώσεις είναι αμελητέες, αλλά ότι είναι περισσότερο διαχειρίσιμες.
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα παραμένει
Παρά την αποκλιμάκωση των αγορών, η πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή παραμένει εύθραυστη.
Δεν υπάρχει ακόμη οριστική συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν για την πλήρη επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ.
Η περιοχή εξακολουθεί να αποτελεί το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του κόσμου, μέσω του οποίου διακινείται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και LNG.
Οποιαδήποτε νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να προκαλέσει νέα άνοδο στις τιμές της ενέργειας και προσωρινή αναταραχή στις αγορές.
Ωστόσο, οι πιθανότητες μιας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης αντίστοιχης με εκείνη της δεκαετίας του 1970 εμφανίζονται σήμερα μικρότερες.
Ο πληθωρισμός παραμένει ο μεγάλος κίνδυνος
Εκεί όπου οι επιπτώσεις εξακολουθούν να είναι σημαντικές είναι ο πληθωρισμός.
Η άνοδος της ενέργειας μεταφέρεται γρήγορα:
- στις μεταφορές,
- στη βιομηχανία,
- στα τρόφιμα,
- στις υπηρεσίες.
Οι κεντρικές τράπεζες παρακολουθούν πλέον πολύ στενά την εξέλιξη των τιμών του πετρελαίου, καθώς μια νέα ανοδική κίνηση θα μπορούσε να καθυστερήσει τις μειώσεις επιτοκίων που αναμένουν οι αγορές.
Γι’ αυτό και η Fed, η ΕΚΤ και η Τράπεζα της Αγγλίας συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν την ενέργεια ως βασικό παράγοντα κινδύνου για τη νομισματική πολιτική.
Οι επιχειρήσεις έχουν γίνει πιο ανθεκτικές
Ένα ακόμη στοιχείο που διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία είναι η συμπεριφορά των επιχειρήσεων.
Οι μεγάλες πολυεθνικές έχουν επενδύσει σημαντικά:
- στη διαφοροποίηση των προμηθευτών,
- στη δημιουργία αποθεμάτων,
- στη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας,
- στη χρήση εναλλακτικών καυσίμων.
Ακόμη και οι ναυτιλιακές εταιρείες έχουν προσαρμόσει τις στρατηγικές τους απέναντι στους γεωπολιτικούς κινδύνους, είτε μέσω αλλαγής δρομολογίων είτε μέσω αυξημένων ασφαλιστικών καλύψεων.
Η εμπειρία της πανδημίας, του πολέμου στην Ουκρανία και των επαναλαμβανόμενων κρίσεων στη Μέση Ανατολή έχει ενισχύσει σημαντικά την επιχειρησιακή ανθεκτικότητα.
Δεν υπάρχει λόγος εφησυχασμού
Παρά την αισιοδοξία, δεν πρέπει να υποτιμάται ο κίνδυνος.
Ένα παρατεταμένο κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ ή μια ευρύτερη στρατιωτική σύγκρουση στην περιοχή θα μπορούσε να οδηγήσει το Brent σε επίπεδα άνω των 100 ή ακόμη και των 120 δολαρίων ανά βαρέλι.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι πληθωριστικές πιέσεις θα επέστρεφαν δυναμικά και οι κεντρικές τράπεζες θα αναγκάζονταν πιθανότατα να διατηρήσουν υψηλά επιτόκια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Επιπλέον, η συνεχιζόμενη ενεργειακή μετάβαση δημιουργεί νέες εξαρτήσεις από κρίσιμες πρώτες ύλες, όπως το λίθιο, το κοβάλτιο και οι σπάνιες γαίες, οι οποίες ενδέχεται να αποτελέσουν τις νέες πηγές γεωοικονομικών εντάσεων τα επόμενα χρόνια.
SBC Σχολιο
Η ανάλυση του Nouriel Roubini υπενθυμίζει ότι οι ενεργειακές κρίσεις δεν εξαφανίστηκαν· απλώς οι οικονομίες έχουν γίνει περισσότερο προσαρμοστικές. Η διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών, η τεχνολογική πρόοδος και η εμπειρία διαδοχικών κρίσεων έχουν μειώσει την άμεση επίδραση των πετρελαϊκών σοκ στις αγορές. Ωστόσο, η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή παραμένει ο σημαντικότερος εξωτερικός κίνδυνος για τον παγκόσμιο πληθωρισμό, τις ναυτιλιακές μεταφορές και τη νομισματική πολιτική. Η πραγματική πρόκληση για τις κυβερνήσεις δεν είναι πλέον μόνο η διασφάλιση επαρκούς ενεργειακής προσφοράς, αλλά η οικοδόμηση ενός ανθεκτικού ενεργειακού συστήματος που θα μπορεί να απορροφά τα σοκ ενός ολοένα πιο ασταθούς κόσμου.







