Την απαλλαγή από το τέλος επιτηδεύματος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που αύξησαν το προσωπικό τους από τον Οκτώβριο του 2022 και μέχρι το τέλος του έτους προβλέπει απόφαση του υπουργείου Οικονομικών και ήδη η φορολογική διοίκηση έχει εκδώσει και σχετικές οδηγίες για την εξαίρεσή τους.
Σύμφωνα με την απόφαση, δικαιούχοι της εξαίρεσης είναι φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες, ανεξάρτητα από τον τρόπο τήρησης των βιβλίων τους (απλογραφικά ή διπλογραφικά), των οποίων τα ακαθάριστα έσοδα δεν υπερβαίνουν 2 εκατ. ευρώ.
Για την εξαίρεσή τους, ωστόσο, θα πρέπει να έχουν προβεί σε αύξηση των θέσεων εργασίας πλήρους απασχόλησης κατά τουλάχιστον τρία δωδέκατα (3/12) σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Για τον υπολογισμό της αύξησης κατά τουλάχιστον του μέσου αριθμού των εργαζομένων των δικαιούχων επιχειρήσεων με σχέση εργασίας πλήρους απασχόλησης λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος του αριθμού των απασχολούμενων, ο οποίος συγκρίνεται με τον μέσο όρο των απασχολούμενων του προηγούμενου φορολογικού έτους.
Για τον έλεγχο της εκπλήρωσης του όρου της αύξησης της απασχόλησης, το ποσό των ακαθαρίστων εσόδων αντλείται από το έντυπο Ε3, και συγκεκριμένα από τον κωδικό (047) του εντύπου.
Ακόμα, ο μέσος αριθμός εργαζομένων πλήρους απασχόλησης της επιχείρησης υπολογίζεται από το Π.Σ. Εργάνη του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ανά μήνα από το σύνολο των εργαζομένων που απασχολούνται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης για το σύνολο του έτους.
Αμέσως μετά η ΑΑΔΕ ενημερώνει, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του Μαΐου με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τις επιχειρήσεις που πληρούν την προϋπόθεση. Εφόσον οι επιχειρήσεις αυτές πληρούν τις προϋποθέσεις, εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής του τέλους επιτηδεύματος για το οικείο φορολογικό έτος.
Οι επιχειρήσεις που δεν λαμβάνουν το ηλεκτρονικό μήνυμα, λόγω μη διακρίβωσης της πλήρωσης των προϋποθέσεων, δικαιούνται να υποβάλουν ένσταση μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του πρώτου δεκαπενθημέρου του Ιουνίου.
Οι επιχειρήσεις υποχρεούνται, επί ποινή απαραδέκτου της ένστασης, να συνυποβάλουν με το ως άνω έντυπο, σε ηλεκτρονική μορφή, όλα τα απαραίτητα κατά περίπτωση δικαιολογητικά και στοιχεία για την τεκμηρίωση της ένστασης.
Εφόσον μια επιχείρηση έχει τις προϋποθέσεις, εξαιρούνται από την καταβολή του τέλους επιτηδεύματος και τα υποκαταστήματα αυτής.
Για τις περιπτώσεις επιχειρήσεων που έκαναν έναρξη εργασιών κατά τη διάρκεια του προηγούμενου φορολογικού έτους ή που προέβησαν σε διακοπή της δραστηριότητάς τους κατά τη διάρκεια του έτους, πραγματοποιείται, αντιστοίχως, αναγωγή του μέσου αριθμού πλήρως απασχολούμενων εργαζομένων της επιχείρησης των υπόψη χρήσεων σε δωδεκάμηνη βάση, προκειμένου για τη σύγκρισή τους με τον μέσο αριθμό του επόμενου της έναρξης ή του προηγούμενου της διακοπής φορολογικού έτους.
Σημειώνεται ότι τα αποδεικτικά στοιχεία θα πρέπει να προσκομίζονται σε περίπτωση ελέγχου προκειμένου να πιστοποιείται η τήρηση των προϋποθέσεων.
Εκτός τέλους και οι καλλιτέχνες
Καλλιτέχνες χωρίς τέλος επιτηδεύματος. Φυσικά πρόσωπα, καλλιτέχνες, δημιουργοί, επαγγελματίες της τέχνης και του πολιτισμού και χειροτέχνες, οι οποίοι είχαν προβεί σε διακοπή εργασιών κατά το χρονικό διάστημα από την 1η/1/2010 έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής του τέλους επιτηδεύματος, εφόσον:
– Είχαν, πριν από τη διακοπή και έχουν μετά τη νέα έναρξη εργασιών, δηλώσει στο φορολογικό μητρώο της ΑΑΔΕ ως κύριο ΚΑΔ έναν από τους αναφερόμενους στην κοινή υπουργική απόφαση της περ. γ) του ίδιου άρθρου, και
– η επανέναρξη εργασιών γίνεται έως και τις 30/6/2023. Όσα φυσικά πρόσωπα υπαχθούν στη ρύθμιση της παρούσας θεωρούνται δικαιούχοι χρηματοδότησης καθεστώτος ενίσχυσης του Έργου με κωδικό 16715 που περιλαμβάνεται στο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης “Ελλάδα 2.0” και χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Καλλιτέχνες με μειωμένο τέλος επιτηδεύματος. Φυσικά πρόσωπα, καλλιτέχνες, δημιουργοί, επαγγελματίες της τέχνης και του πολιτισμού και χειροτέχνες καταβάλλουν μειωμένο τέλος επιτηδεύματος ποσού 400 ευρώ κατ’ έτος, εφόσον έχουν δηλώσει στο φορολογικό μητρώο της ΑΑΔΕ ως κύριο ΚΑΔ έναν από τους αναφερόμενους στην κοινή υπουργική απόφαση της περ. γ) του ίδιου άρθρου.







