Οι δικαστικές υποθέσεις «ξεπλύματος κλίματος» αυξήθηκαν απότομα τα τελευταία δύο χρόνια, καθώς περιβαλλοντικές ομάδες και κυβερνήσεις αμφισβητούν εταιρικούς ισχυρισμούς σχετικά με τη συμβολή τους στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη.
Η έκθεση, που συντάχθηκε από το Grantham Research Institute on Climate Change and the Environment του Λονδίνου, ορίζει σαν υποθέσεις ξεπλύματος κλίματος εκείνες που οι εταιρείες προκαλούν παραπληροφόρηση ή ισχυρίζονται ότι υιοθετούν παραπλανητικές πράσινες λύσεις.
Το περασμένο έτος, 26 τέτοιες υποθέσεις κατατέθηκαν παγκοσμίως κατά εταιρειών, ελαφρώς μειωμένες από τις 27 του 2021, αλλά με μεγάλη αύξηση σε σχέση με τα δύο προηγούμενα έτη, ανέφερε το ινστιτούτο στην ετήσια έκθεσή του για τις τάσεις των δικαστικών διαφορών για το κλίμα.
Οι δικηγόροι, οι οποίοι εργάζονται για λογαριασμό ακτιβιστών και άλλων ατόμων που είναι απογοητευμένοι από την πρόοδο στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, έχουν καταθέσει 2.341 δικαστικές υποθέσεις για το κλίμα παγκοσμίως, οι μισές από τις οποίες από το 2015. Η πλειονότητα των υποθέσεων έχει κατατεθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι αγωγές για το κλίμα συχνά στρέφονται κατά των μεγαλύτερων ρυπαντών.
Περιβαλλοντικές ομάδες δήλωσαν την Πέμπτη ότι ζητούν την άμεση διακοπή της συνεχιζόμενης ανάπτυξης τριών υπεράκτιων πετρελαιοπηγών στη Νορβηγία, ζητώντας δικαστικά μέτρα κατά της κυβέρνησης.
Η Greenpeace και η οργάνωση «Φύση και Νεολαία» δήλωσαν ότι ζήτησαν από το Περιφερειακό Δικαστήριο του Όσλο να αναστείλει την εκτέλεση των έργων υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση απέτυχε να αξιολογήσει τις επιπτώσεις τους στο κλίμα.
Μια κομητεία του Όρεγκον μήνυσε μεγάλες πετρελαϊκές και ανθρακοβιομηχανίες, καθώς και βιομηχανικούς ομίλους, ζητώντας πάνω από 50 δισεκατομμύρια δολάρια για την αντιμετώπιση των ζημιών που προκαλούνται από τα ακραία καιρικά φαινόμενα που τροφοδοτούνται από την κλιματική αλλαγή.
Τον περασμένο μήνα, η ClientEarth, ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα περιβαλλοντικού δικαίου που έγινε ακτιβιστής επενδυτής της Shell, δήλωσε ότι αμφισβητεί την απόφαση δικαστηρίου του Λονδίνου να απορρίψει την αγωγή της κατά του διοικητικού συμβουλίου του ενεργειακού γίγαντα για την υποτιθέμενη κακή διαχείριση των κλιματικών κινδύνων.
Οι πόλεις του Παρισιού και της Νέας Υόρκης προσχώρησαν πέρυσι σε έναν συνασπισμό ενώσεων και τοπικών αρχών που μήνυσε τη γαλλική πολυεθνική TotalEnergies για την αποτυχία της να καταπολεμήσει επαρκώς την κλιματική αλλαγή.
Αν και το φάσμα των υποθέσεων είναι τεράστιο, ένα έγγραφο του Grantham Research Institute του London School of Economics, διαπίστωσε μια ουσιαστική σχέση μεταξύ των δικαστικών διαφορών και των τιμών των μετοχών, αφού με μια κατάθεση ή μια δυσμενή δικαστική απόφαση η αξία μιας επιχείρησης μειώνεται κατά μέσο όρο 0,41%, σε σχέση με τις αναμενόμενες τιμές.
Αλλά δεν είναι μόνο οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες που αντιμετωπίζουν αγωγές για το κλίμα. Οι ρυθμιστικές αρχές και οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν επίσης δικαστική πίεση.
Νωρίτερα φέτος, πολίτες που πλήττονται από την κλιματική αλλαγή μήνυσαν τις κυβερνήσεις περισσότερων από 30 ευρωπαϊκών χωρών σε τρεις ξεχωριστές υποθέσεις ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υποστηρίζοντας ότι η κρατική αδράνεια έχει παραβιάσει τα ανθρώπινα δικαιώματά τους.
Τον Φεβρουάριο, μια περιβαλλοντική φιλανθρωπική οργάνωση ισχυρίστηκε ότι ο εποπτικός φορέας των αγορών της Βρετανίας ενήργησε παράνομα όταν ενέκρινε έγγραφα που επέτρεψαν σε μια εταιρεία πετρελαίου και φυσικού αερίου να εισαχθεί στο χρηματιστήριο του Λονδίνου, παρόλο που δεν είχε περιγράψει σωστά τους κινδύνους που σχετίζονται με το κλίμα.







