Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποσταθεροποίησε την αγορά της ενέργειας, με απότοκα στη βιομηχανική παραγωγή, τις μεταφορές, τη ναυτιλία, το εμπόριο. Πετρέλαιο και φυσικό αέριο πήραν την ανιούσα επί σειρά μηνών με θύματα τους καταναλωτές παγκοσμίως. Ωστόσο από την περασμένη άνοιξη η αγορά των καυσίμων φαίνεται να εξισορροπεί.
Το πετρέλαιο βρίσκεται στα 75 δολάρια το βαρέλι ενώ και το φυσικό αέριο είναι στα χαμηλά έτους, με τα συμβόλαια και για τους επόμενους μήνες να κλείνουν γύρω στα 30 ευρώ/MWh. Ήδη σχηματίζεται μια πρώτη εικόνα για το πως θα κινηθούν οι τιμές μέχρι το κλείσιμο του 2023.
Τα μεγάλα αποθέματα των τελευταίων δυο ετών σε υγροποιημένο αέριο (LNG), η συνεχής ροή φυσικού αερίου από χώρες που δεν έχουν σύγκρουση συμφερόντων λόγω πετρελαίου, η διευρυμένη χρήση του σχιστολιθικού αερίου, κυρίως από τις ΗΠΑ που εξάγει μεγάλες ποσότητες, αλλά και οι συνθήκες που επικρατούν στη διεθνή κατανάλωση, λόγω του αυξημένου πληθωρισμού και των υψηλών τιμών στα προϊόντα, συγκρατούν τις τιμές στα καύσιμα.
Από τον Μάιο το αργό κυμαίνεται από 72 μέχρι 76 ευρώ ανά βαρέλι, παρότι οι χώρες του ΟΠΕΚ+ αποφάσισαν τη μείωση της ημερήσιας παραγωγής κατά 1,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, προκειμένου να στηριχθεί η τιμή του. Ρωσία και Σαουδική Αραβία πρωτοστάτησαν σε αυτήν την κίνηση, με τη Μόσχα όμως να αναδιπλώνεται καθώς χρειάζεται δολάρια για να συντηρήσει την πολεμική μηχανή της. Έτσι οι αρχικές δεσμεύσεις για μειωμένη παραγωγή υποχώρησαν μερικώς, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως στο μέλλον δεν θα δούμε σκληρότερη «προσήλωση» στη συμφωνία, ώστε το πετρέλαιο να αγγίξει, και γιατί όχι να ξεπεράσει, τα 100 δολάρια ανά βαρέλι.
Αυξημένη ζήτηση το β’ εξάμηνο του 2023
Πολλοί παράγοντες τόσο της αγοράς πετρελαίου αλλά και των διεθνών οικονομικών τάσεων, όπως και τα παρατηρητήρια τιμών στη βιομηχανία, προεξοφλούν πως το β’ εξάμηνο του 2023 θα εκτοξευθεί η ζήτηση του πετρελαίου και των παραγώγων του. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας τοποθετεί τις ανάγκες τους επόμενους έξι μήνες πάνω από τα 102 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, σχεδόν 2,5 εκατομμύρια περισσότερα από σήμερα. Κι αυτό προοιωνίζει αύξηση της τιμής του, με δεδομένη την περιορισμένη παραγωγή.
Ωστόσο υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος. Αμερικανοί, κυρίως, αναλυτές και χρηματιστηριακοί σύμβουλοι εκτιμούν ότι οι πιεσμένες τιμές πετρελαίου των τελευταίων μηνών έδωσαν το περιθώριο αποθήκευσης του «μαύρου χρυσού» απ’ όσους πραγματικά επενδύουν στο «παιχνίδι» της τιμής του. Κι αυτά τα αποθέματα θεωρούνται ήδη μεγάλα, γεγονός που δυσχεραίνει τις προσπάθειες των πετρελαιοπαραγωγών χωρών να αυξήσουν τις τιμές, σε περίοδο αυξημένης ζήτησης. Ιδίως αν «καίγονται» για ζεστό χρήμα, όπως είναι η Ρωσία.
Όμως ακόμα κι έτσι κάποια στιγμή η τιμή του πετρελαίου θα αυξηθεί, σε έναν συνδυασμό συγκυριών ανάγκης και κερδοσκοπίας. Κι εκεί θα φανεί πόσο προνοητικά φάνηκαν κράτη και πολιτικές ηγεσίες, προς όφελος των πολιτών τους.







