Τα δυο πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα έφεραν περιδίνηση στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και κεκαλυμμένο προβληματισμό στο ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ παρότι αύξησε τα ποσοστά του. Τα δυο όμορα κόμματα, που ιδεολογικά «εκτείνονται» από το πολιτικό κέντρο μέχρι την αριστερά, ασφυκτιούν υπό την πίεση της «ευρύχωρης» Νέας Δημοκρατίας του Κ. Μητσοτάκη αλλά και της αντισυστημικότητας των κομμάτων της δεξιάς και της ακροδεξιάς που εισήλθαν στη Βουλή.

Η σημερινή πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα αντικατοπτρίζει την μεγάλη εικόνα που επικρατεί πολιτικά στην Ευρώπη: Τα ιδεολογικά αδιέξοδα, την αδυναμία εξεύρεσης λύσεων και την παραγωγή ικανού προγραμματικού λόγου έναντι των μεγάλων κοινωνικών ζητημάτων από τα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ακόμα και στις περιπτώσεις που βρίσκονται στην κυβέρνηση.
Αθροιστικά, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνουν περίπου το 30% των εκλογέων και σε πραγματικούς αριθμούς περίπου 1,5 εκατομμύρια ψηφοφόρους, κατά πολύ λιγότερους από τα 2.100.000 εκατομμύρια που ψήφισαν Νέα Δημοκρατία. Με άλμα σκέψης, λαμβάνοντας υπόψη πως η αποχή έφτασε σχεδόν το 50%, στην κεντροαριστερά στράφηκε λιγότερο από το ένα τέταρτο των Ελλήνων, γεγονός που δείχνει πως τα προτάγματα των δυο προοδευτικών κομμάτων δεν «πέρασαν» στην κοινωνία.
Έννοιες όπως «κοινωνική Δικαιοσύνη», «ισότητα και ίσες ευκαιρίες» και «Ευημερία για όλους», που πήραν και τη μορφή κεντρικών συνθημάτων για τον ΣΥΡΙΖΑ μαζί με το… «κλεμμένο» από το «ορθόδοξο» ΠΑΣΟΚ «Συμβόλαιο για Αλλαγή» -αφορμή για μια ακόμα αντιπαράθεση ανάμεσα σε Κουμουνδούρου και Χ. Τρικούπη-, γυρίζουν τους πολίτες στο παρελθόν και δεν είναι οδοδείκτες μέλλοντος. Το ίδιο διαφάνηκε και από την αποτυχία του να «γκελάρει» στην κοινωνία η υπόθεση των υποκλοπών, ένα ζήτημα που ανέδειξαν, κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ και δευτερευόντως το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, ως πολιτικά μείζον τον τελευταίο χρόνο.
Τα νέα ζητούμενα της κοινωνίας
Οι επιμέρους τομείς της Οικονομίας, η αύξηση της απασχόλησης, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, η προσέλκυση επενδύσεων, το φιλικό φορολογικό περιβάλλον για την ιδιωτική πρωτοβουλία, η παραγωγή πλούτου που θα μοιραστεί έστω και ανισομερώς αποδείχθηκαν σε «γήπεδο Μητσοτάκη», με τους υπόλοιπους να μην μπορούν να ακολουθήσουν αλλά ούτε και να πείσουν ότι διέθεταν ρεαλιστική αντιπρόταση. Ακόμη και στις δικές τους «περιοχές» την οικονομική ενίσχυση των χαμηλών στρωμάτων της κοινωνίας ή την αύξηση του κατώτατου μισθού, η ΝΔ υποστήριξε τόσο προγραμματικά όσο και επικοινωνιακά το αφήγημα ότι αυτή έχει τη λύση χωρίς να βάλει τη χώρα σε νέες δημοσιονομικές περιπέτειες. Η διαχείριση και οι παροχές-επιδόματα στη διάρκεια της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, στην κυβερνητική θητεία της, επιβεβαίωναν του λόγου το αληθές. Το αποτέλεσμα ήταν να κερδίσει κατά κράτος τη λεγόμενη μεσαία τάξη σε όλη τη διαστρωμάτωση της, από τα ψηλά προς τα χαμηλά.
Πέραν των προταγμάτων της Οικονομίας, σε καθαρά κοινωνικής φύσης ζητήματα όπως τα δικαιώματα των μειονοτήτων ή η ανοχή στη διαφορετικότητα, η νυν κυβέρνηση έδειξε ένα αλληλέγγυο πρόσωπο και προέταξε τον σεβασμό ως βασική προϋπόθεση. Ακόμα και σε θέματα που φαινόταν πως θα της προκαλούσαν αμυχές, για παράδειγμα η ενίσχυση της αστυνόμευσης στα πανεπιστήμια που την έφεραν απέναντι στη νεολαία, στο τέλος λειτούργησαν προς όφελος της, αφού «σάρωσε» εκλογικά και στην ηλικιακή ομάδα των 17-25.
Στα εθνικά θέματα και τη γεωπολιτική θέση της χώρας, από τα ελληνοτουρκικά και τα παράγωγά τους όπως για παράδειγμα τη διαχείριση του μεταναστευτικού/προσφυγικού αλλά και τη στάση στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, τήρησε την πολιτική του «τόσο όσο», να μη χαρακτηριστεί δηλαδή επιθετική αλλά ούτε και μονίμως αμυνόμενη, τουλάχιστον επικοινωνιακά. Ο φράκτης στον Έβρο, για παράδειγμα, χρησιμοποιήθηκε ως εικόνα πως η Ελλάδα δεν είναι «ξέφραγο αμπέλι», λειτουργώντας παράλληλα με την επίδειξη του ανθρωπιστικού προσώπου της χώρας στην υποδοχή των ταλαιπωρημένων συνανθρώπων μας. Κι όσοι απαιτούσαν πιο σκληρή γραμμή σε αυτά τα ζητήματα, εν γνώσει της ηγετικής ομάδας της ΝΔ, ήταν εκτός εκλογικού πλάνου, στα κόμματα που αναδύθηκαν δεξιά της και κάποια από αυτά εισήλθαν στη βουλή.
Στα παραπάνω τα κόμματα της κεντροαριστεράς, και κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ ως εναλλακτική κυβερνητική πρόταση, δεν μπόρεσαν να αντιπαραθέσουν μια δέσμη προτάσεων και μέτρων που να ικανοποιεί το δυνατόν περισσότερους. Στην Οικονομία προτασσόταν η παρέμβαση του κράτους, υπέρ των αδυνάτων από την προστασία έναντι των πλειστηριασμών μέχρι τις εργασιακές σχέσεις, ή υπέρ του δημόσιου χαρακτήρα εταιρειών και φορέων που στο παρελθόν συνδέθηκαν με κατασπατάληση του χρήματος των φορολογούμενων, με «βολέματα» ημετέρων και κομματικά ρουσφέτια και με αναποτελεσματική λειτουργία. Παράλληλα δεν κατατέθηκε οποιαδήποτε πρόταση, που να αφορούσε στη δημιουργία πλούτου μέσα από μια διαδικασία παραγωγής και διάθεσης του εντός της χώρας, πέραν της φορολόγησης.
Οι αποτυχίες της Ευρώπης και των ευρωσοσιαλιστών
Στη Γαλλία, που ιστορικά έχει την πρωτοκαθεδρία στην ανάδειξη των ιδεολογικο-κοινωνικών ρευμάτων και των πολιτικών τάσεων, στις αρχές του 2023 υπήρξαν μεγάλες διαδηλώσεις των κραταιών συνδικάτων κατά των συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων της κυβέρνησης Μακρόν. Εκατομμύρια στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για την επέκταση του εργασιακού βίου τους, έχοντας και τη στήριξη τόσο της Λεπέν όσο και της «Ανυπότακτης Γαλλίας» του Μελανσόν, των δυο αντιπολιτευόμενων πόλων του «απολιτίκ» Μακρόν. Και οι Σοσιαλιστές; Οι πολιτικοί απόγονοι του Μιτεράν, του Ντελόρ, του Ζοσπέν ακόμα και του Ολαντ, που βρίσκονταν; Εκείνες τις ημέρες των κινητοποιήσεων πραγματοποιούσαν, απομονωμένοι από την πραγματικότητα, το Συνέδριο τους για τη διαχείριση του… 1,76% που είχαν λάβει στις τελευταίες προεδρικές εκλογές. Ακολούθησαν η «πρόσδεση» στο άρμα της Αριστεράς του Μελανσόν και η ήττα της συμμαχίας από τον Μακρόν.

Η αλήθεια είναι πως η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και εννοείται η ευρωπαϊκή Αριστερά απέτυχαν στην πολιτική θεώρηση σύγχρονων κοινωνικών φαινομένων, που απασχολούν τους Ευρωπαίους και επηρεάζουν την καθημερινότητα τους. Από τα ζητήματα της Οικονομίας μέχρι το μεταναστευτικό/προσφυγικό, τις εργασιακές σχέσεις και τους κανόνες που τις ρυθμίζουν και την επιχειρηματικότητα μέχρι τις σχέσεις με τα κράτη εκτός Ε.Ε. εξέφρασαν την αδυναμία να δώσουν απαντήσεις στα σχετικά ερωτήματα των Ευρωπαίων. Για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, που «σάρωνε» στα τέλη του περασμένου από την Πορτογαλία και την Ισπανία μέχρι τις σκανδιναβικές χώρες, ήρθε το πολιτικό αδιέξοδο και η ιδεολογική έκπτωση με τους εκλογείς της, τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, τους νέους και τους συνταξιούχους που «στέναζαν» στη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη, να βρίσκουν την περασμένη δεκαετία «στέγη» στα αριστερά κόμματα της «διαμαρτυρίας». Μέσα από την επιβολή της δημοσιονομικής λιτότητας από το χριστιανοδημοκρατικό Βερολίνο ξεπήδησαν οι Podemos, οι «ανυπότακτοι» Γάλλοι, το Die Linke και βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ. «Πρώτα θα καταλάβουμε την Αθήνα και μετά τη Μαδρίτη» φώναζαν το 2015 στο Σύνταγμα οι ηγέτες των Podemos και του ΣΥΡΙΖΑ Π. Ιγκλέσιας και Αλ. Τσίπρας, δίνοντας το σύνθημα για σύγκρουση και ανατροπή, «να τρομοκρατήσουμε τους τρομοκράτες» των τραπεζών και των Βρυξελλών.
Η Αθήνα καταλήφθηκε, όχι όμως και η Μαδρίτη, αφού ναι μεν το κόμμα του Ιγκλέσιας σημείωσε εκλογική άνοδο δεν κατάφερε όμως να υποσκελίσει τους Ισπανούς Σοσιαλιστές, οι οποίοι πρόλαβαν και έκαναν ριζικό πολιτικό «λίφτινγκ» ομοιάζοντας έστω σε σημεία με τον -προερχόμενο από τους Σοσιαλιστές- Μακρόν. Το 2019 οι Σοσιαλιστές του Σάντσες πήραν τους αποδυναμωμένους Podemos στον κυβερνητικό συνασπισμό, με τους οποίους «χώρισαν» στην αρχή του 2023 ενόψει εκλογικών αναμετρήσεων, αρχής γενομένης στην τοπική αυτοδιοίκηση.

Το ισπανικό παράδειγμα έχει ενδιαφέρον ευρύτερα για την ευρωπαϊκή κεντροαριστερά. Ο Σάντσες και το POES ως βασικός κυβερνητικός πυλώνας εφάρμοσαν μεταρρυθμίσεις στην οικονομία του κράτους, τιθάσευσε τον πληθωρισμό -ο χαμηλότερος για πολλούς μήνες στην Ευρωζώνη-, ανταπεξήλθε στην ενεργειακή κρίση με ρηξικέλευθες δράσεις, όπως τη στροφή στις ΑΠΕ και το «πράσινο» υδρογόνο και κράτησε χαμηλά την ανεργία παρά την κρίση στον τουρισμό λόγω πανδημίας. Σε πολιτικό επίπεδο απομακρύνθηκε από την Αριστερά, όμως βρήκε σημεία σύγκλισης με τους Καταλανούς και τους Βάσκους, για το οποίο ωστόσο βρέθηκε στο στόχαστρο του δεξιού Λαϊκού Κόμματος αλλά και των «φρανκιστών» ακροδεξιών για αντεθνική πολιτική. Στις πρόωρες εθνικές εκλογές στο τέλος του μήνα, αναμένεται μάχη ανάμεσα σε Σοσιαλιστές και Λαϊκό Κόμμα, με την Ενωμένη Αριστερά (VOX) να ακολουθεί κατά πόδας.
Ωστόσο η Ιβηρική -ο Κόστα στην Πορτογαλία παραμένει κεντρικό πολιτικό πρόσωπο- δεν αποτελεί τον κανόνα της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς. Τα κεντρικά πολιτικά αδιέξοδα της ευρωπαϊκής πολιτικής από την Οικονομία μέχρι το προσφυγικό, βαραίνουν κυρίως τον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο με τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους του να στρέφονται αλλού.
Οι ταραχές στη Γαλλία, με αφορμή τη δολοφονία του ανήλικου Γαλλοαλγερινού, απεικονίζουν το βαθύ ρήγμα στην κοινωνία της Ευρώπης με τους δικαιωματιστές από τη μία και τους υπερσυντηρητικούς από την άλλη να συγκρούονται και στη μέση μια μετριοπαθή κυβέρνηση να προσπαθεί να ισορροπήσει. Κι αν η πολυπολιτισμική Γαλλία έφτασε στο σημείο μηδέν με αφορμή τη δυσκολία συνύπαρξης αυτοχθόνων και «νατουραλιζέ», ο καθένας μπορεί να νιώσει αγωνία για το μέλλον μιας γερασμένης Ηπείρου που αναζητά «φρεσκάδα» και εργατικά χέρια στους μετανάστες, τους οποίους ωστόσο δυσκολεύεται να ενσωματώσει στις κοινωνίες της.







