Μία στροφή σε ότι αφορά την αντιμετώπιση της Δύσης, πραγματοποίησε από το Βίλνιους της Λιθουανίας ο Ταγίπ Ερντογάν.
Μπορεί ο Τούρκος πρόεδρος κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας στην χώρα του να εμφανίστηκε πολέμιος των ”ιμπεριαλιστών της Ευρώπης και των ΗΠΑ”, ωστόσο από την επόμενη μέρα της νίκης του φαίνεται πως ξεκίνησε να οργανώνει την στρατηγική του με βάσει το συμφέρον τόσο του ιδίου, όσο και της Τουρκίας.
Η οικονομική κατάσταση στην οποία η χώρα του βρίσκεται αυταπόδεικτα δείχνει στον Ερντογάν έναν και μόνο δρόμο. Αυτόν του διαλόγου, τόσο με την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και με την Ουάσινγκτον. Ιδίως από τη στιγμή που έχει λαμβάνειν από τις Βρυξέλλες ως υπό ένταξη κράτος (ένα πακέτο κάποιων δις. ευρώ για τον εξευρωπαϊσμό δομών του τουρκικού κράτους) αλλά και τη δυνατότητα δανειοδότησης με την εγγύηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας.
Αυτό που ο Τούρκος πρόεδρος αντιλήφθηκε και μάλιστα πολύ καλά, είναι πως η χώρα του χρειάζεται άμεσα ξένα κεφάλαια, καθώς η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με νέα άνοδο του πληθωρισμού, λόγω της ήδη πτωτικής πορείας της λίρας. Την ίδια ώρα, το έλλειμμα στο εξωτερικό εμπόριο σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Σίγουρα από τις Αραβικές χώρες ο Ερντογάν έχει εισπράξει ένα ποσό αρκετά υψηλό, όμως προσφάτως διαπίστωσε πως δεν επαρκεί. Όπως επίσης δεν αρκούν και οι καλές σχέσεις με την Ρωσία και τον Βλαντιμίρ Πούτιν.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τούρκος πρόεδρος κατάλαβε πως η περίοδος της όξυνσης των σχέσεων με τη Δύση, μόνο κακό προκαλεί στον ίδιο και στην χώρα του. Μάλιστα τους προηγούμενους μήνες διαπίστωσε πως ειδικά σε ότι αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, η μέθοδος της τεχνητής έντασης και των εκβιασμών, δεν αποδίδει. Ειδικά από την στιγμή που από τον Λευκό Οίκο ο Ταγίπ Ερντογάν ζητά και λύσεις σε ότι αφορά την αμυντική ενίσχυση της Άγκυρας.
Τα όσα διαδραματίστηκαν στο Βίλνιους αποδεικνύουν πως ο Ερντογάν είχε ”κυκλώσει” στην ατζέντα του αυτή τη συνάντηση. Ο λόγος ξεκάθαρος, αφού θεώρησε πως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου ώστε να χρησιμοποιήσει το διαπραγματευτικό χαρτί της Σουηδίας και της ένταξης της στο ΝΑΤΟ.
Σε αυτό το σημείο να τονίσουμε πως ο Τούρκος πρόεδρος δεν έχει κάνει σε αυτό το θέμα μία υποχώρηση χωρίς ανταλλάγματα από την Στοκχόλμη. Η Σουηδία έχει τροποποιήσει το σύνταγμά της, άλλαξε τη νομοθεσία της, επέκτεινε σημαντικά την αντιτρομοκρατική της συνεργασία κατά του PKK και έχει επαναλάβει τις εξαγωγές όπλων στην Τουρκία. Συμφώνησε επίσης να παρουσιάσει έναν οδικό χάρτη “ως βάση για τη συνέχιση του αγώνα της κατά της τρομοκρατίας σε όλες τις μορφές και εκδηλώσεις της” και επανέλαβε ότι δεν θα παράσχει υποστήριξη στις κουρδικές πολιτοφυλακές YPG/PYD στη Συρία.
Η σύμφωνη γνώμη του Ταγίπ Ερντογάν για την είσοδο της Σουηδίας στην Διατλαντική Συμμαχία, έφερε φυσικά ακόμα πιο κοντά την πώληση των αμερικανικών F-16 στην Άγκυρα. Ένα μεγάλο στοίχημα του Τούρκου Προέδρου τα τελευταία δύο χρόνια.
Για να το πετύχει φυσικά αυτό δεν αρκούσε το να ανάψει ”πράσινο φως” για την Σουηδία και την ένταξη της στο ΝΑΤΟ. Ο Ερντογάν γνωρίζει καλά πως ο επιθετικός του λόγος κατά της Ελλάδας σαφώς και προκαλεί ικανοποίηση στο εσωτερικό της χώρας του, ωστόσο τον καθιστά ”ενοχλητικό” σε διεθνές επίπεδο.
Η ξαφνική βελτίωση των σχέσεων Αθήνας και Άγκυρας είναι προϊόν της διάθεσης του Τούρκου προέδρου να βγει από το καθεστώς ”απομόνωσης” στο οποίο βρισκόταν. Μία θέση αποδεδειγμένα του κόστισε και του κοστίζει ακόμα, καθώς με την στρατηγική του είχε μετατραπεί σε ”προβληματικό παράγοντα” στο διεθνές στερέωμα.
Συμπερασματικά λοιπόν, ο Ερντογάν στο Βίλνιους έθεσε ως προτεραιότητα το συμφέρον της Τουρκίας, αντιλαμβανόμενος πως μονάχα με αμοιβαίες υποχωρήσεις και έξυπνη διπλωματία, θα μπορέσει να λύσει τα προβλήματα που οι στρατηγικές του στο παρελθόν δημιούργησαν.
Του Σάββα Παυλίδη







