Το ρεπορτάζ των New York Times με πρωταγωνιστή τον Άδωνι Γεωργιάδη, που φέρεται να δέχθηκε ηλεκτρονικές συσκευές-«δώρα» από την Huawei, επανέφερε στο προσκήνιο τον «πόλεμο» Δύσης-Κίνας για την τεχνολογία 5G και την ευρωπαϊκή αγορά. Ένας οικονομικός και τεχνολογικός πόλεμος, με άρωμα κατασκοπείας, και background τη γεωπολιτική διελκυστίνδα Ουάσιγκτον-Πεκίνου που κρατά πολλά χρόνια και απέκτησε εκ νέου ένταση τις τελευταίες εβδομάδες.
Την πρώτη αναφορά έκανε η εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» με πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ στις 28 Σεπτεμβρίου προαναγγέλλοντας την αποκάλυψη των NYT αλλά και διαρρέοντας την αντίκρουση της από πλευράς Αδ. Γεωργιάδη. Το story είναι πως βάσει πληροφοριών μυστικών υπηρεσιών (της Λιθουανίας), ο κ. Γεωργιάδης δέχθηκε δώρα αξίας 3.000 ευρώ από την κινεζική Huawei προκειμένου από τη θέση του υπουργού Ανάπτυξης να ευνοήσει την κινεζική εταιρεία για να αναλάβει την ανάπτυξη των δικτύων 5G στη χώρα μας. Από πλευράς του υποστήριξε πως δεν έλαβε δώρα αλλά αγόρασε συσκευές μάρκας Huawei από τον παιδικό του φίλο, Θόδωρο Ταμβακίδη, ο οποίος είναι πρώην στέλεχος της κινεζικής εταιρείας στην Ελλάδα. Ο νυν υπουργός Εργασίας πρόσθεσε ότι διαθέτει τις αποδείξεις γι’ αυτές τις αγορές. «Πώς προκύπτει ότι επειδή αγόρασα τρία laptop και ένα smartwatch έχω δωροδοκηθεί; Τα έχω αγοράσει και έχω αποδείξεις» τόνισε ο υπουργός.
Τελικά στο ρεπορτάζ των NYT με τίτλο «Δώρα, Gadgets και Ελλάδα: Μία ματιά στο lobbying της Huawei», τα πράγματα περιγράφονται ακόμα πιο… άγρια. Τον Νοέμβριο του 2020, στελέχη της Huawei από Κίνα και Ευρώπη αντάλλαξαν μηνύματα για την πραγματοποίηση μιας συνάντησης στην Αθήνα με έναν «φίλο στην Ελλάδα». Το ραντεβού αφορούσε στα «έργα πρώτης προτεραιότητας» ηλεκτρονικής και ψηφιακής φύσης, που θα μπορούσε να διεκδικήσει η κινεζική εταιρεία. Στα μηνύματα που έχει στη διάθεση της, όπως ισχυρίζεται, η αμερικανική εφημερίδα, αναφέρονται στιχομυθίες υψηλόβαθμων της εταιρείας με τον εν Ελλάδι αντιπρόσωπο για να εξασφαλίσει κάποια gadget σε έναν ανώτερο υπουργό της ελληνικής κυβέρνησης και τον γιο του, την παροχή συσκευών σε αξιωματούχους της αστυνομίας και μετανάστευσης
Εμπλέκουν Καϊλή και Σπυράκη
Στο ρεπορτάζ της η εφημερίδα προσθέτει και μια ακόμα παράμετρο που αφορά δυο ακόμα πρόσωπα της πολιτικής σκηνής, που βρέθηκαν και στο πρόσφατο παρελθόν στο επίκεντρο για λάθος λόγους. «Το 2020, στελέχη της εταιρείας στην Ελλάδα συζήτησαν μια επιστολή που κυκλοφόρησαν από μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που ζητούσαν την απαγόρευση των προϊόντων της Huawei. Ο Τζάκι Τσεν, ανώτερο στέλεχος στην περιοχή, ζήτησε από τον Θίο Ταμβακίδη, μάνατζερ στην Ελλάδα, να μιλήσει με την Εύα Καϊλή και τη Μαρία Σπυράκη, δύο Ελληνίδες ευρωβουλεύτριες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου». Ο κ. Τσεν λέει «ζητήστε υποστήριξη. Μην δημιουργείτε προβλήματα στην Huawei σε επίπεδο ΕΕ αν είναι δυνατόν» προτρέποντας τον κ. Ταμβακίδη, που του απαντά για την κα. Καϊλή «νομίζω ότι μπορώ ακόμα να την πείσω».
Απέναντι στα όσα ισχυρίζονται οι Times, ο κ. Γεωργιάδης παρουσιάζει το έργο του στο υπουργείο Ανάπτυξης ως «πιστοποιητικό φρονημάτων» υπενθυμίζοντας πως επί των ημερών του έγινε «το μεγαλύτερο ρεκόρ Άμεσων Ξένων Επενδύσεων στην Ελλάδα και κατά κύριο λόγο στην υψηλή τεχνολογία, την βιομηχανία και κυρίως από τις ΗΠΑ».
«Μάχη μέχρις εσχάτων» για την τεχνολογική επικράτηση
Οι New York Times υπενθυμίζουν ότι η Huawei, είναι το θύμα ενός Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, λόγω των φόβων ότι το Πεκίνο μπορεί να χρησιμοποιήσει την τεχνολογία της για κατασκοπεία ή δολιοφθορά. Eκείνη την εποχή ήταν η «ανατολή» του 5G και είχε αρχίσει ο πόλεμος για τα μερίδια της διεθνούς αγοράς ανάμεσα στις εταιρείες και τα κράτη που η «σημαία» τους ανεμίζει στις συγκεκριμένες εταιρείες. Η Ουάσιγκτον είχε ασκήσει τη διπλωματική επιρροή της να μην προμηθευτούν τα δυτικά κράτη κινεζική τεχνολογία, «εξορίζοντας» παράλληλα τη Huawei από τις ΗΠΑ και αποκλείοντας την πρόσβαση της εταιρείας σε ορισμένες αμερικανικές τεχνολογίες.
Στο δημοσίευμα δεν αποφεύγονται τα «καρφιά» γενικότερα για τη χώρα μας που είναι «χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεικτής επιτυχίας της αμερικανικής εκστρατείας. Δεν έχει απαγορεύσει εντελώς τα προϊόντα της Huawei και η εταιρεία αγωνίστηκε για να διατηρήσει τη θέση της στη χώρα».
Από το 2019 σοβεί ο πόλεμος ανάμεσα στις αμερικανικές (Apple) και τις κινεζικές εταιρείες (Hawei, Xiaomi, ZTE) για την κατάκτηση της νέας υψηλής τεχνολογίας, με πρώτη τη μάχη για τα 5G. Οι κυρώσεις των ΗΠΑ και οι πιέσεις στα ευρωπαϊκά κράτη να «αποβάλλουν» τους Κινέζους προκάλεσαν αλυσιδωτές αντιδράσεις στην αγορά κινητής τηλεφωνίας και υψηλής τεχνολογίας, με βασικό θύμα της Huawei. Παρότι παρέμεινε υψηλά στη λίστα των πωλήσεων, αυτές μειώθηκαν σε μεσοσταθμικό ποσοστό πλέον του 20% με μεγαλύτερο αντίκτυπο στα κέρδη της εταιρείας που είχαν φτάσει σε πτώση 47% το 2022 σε σχέση με το 2019!
Παρότι η Ευρώπη δεν επέβαλλε κυρώσεις ως Ένωση, πολλά από τα ευρωπαϊκά κράτη το έκαναν. Μόλις την περασμένη εβδομάδα η Γερμανία πρότεινε περιορισμούς ή απαγορεύσεις στη χρήση εξοπλισμού από την Huawei και την ZTE, επικαλούμενη ανησυχίες για την ασφάλεια. Και στην Ευρώπη, όπως και στις ΗΠΑ, λειτουργούν δυο αντίρροπες ομάδες συμφερόντων, η μια που κινείται μετριοπαθώς και υπέρ της συνεργασίας με εταιρείες υψηλής τεχνολογίας αφήνοντας τον ψηφιακό κόσμο ελεύθερο και η άλλη που επιζητά σκληρά και χωρίς λήξη μέτρα σε βάρος των Ασιατών, κυρίως στον τομέα των ψηφιακών και τεχνολογικών networks και πλατφορμών, όπου διαρρέονται ευαίσθητα δεδομένα κρατών, οργανισμών και πολιτών.







