Μία νέα πολιτική, ή καλύτερα μία καινούργια φιλοσοφία σε ότι αφορά την περίπτωση του ιδιωτικού χρέους έφερε ο νόμος Ν. 4738/2020 ο οποίος και αφορά την Ρύθμιση Οφειλών και Παροχή Δεύτερης Ευκαιρίας.
Όπως η ”Καθημερινή” αναφέρει σε πρόσφατη ανάλυση της, πρόκειται στην ουσία για μία ρύθμιση που άνοιξε το παράθυρο της πτωχευτικής ικανότητας σε όλα ανεξαιρέτως τα φυσικά πρόσωπα, γεγονός που σημαίνει πως παραχωρείται στον πτωχό η δυνατότητα να απαλλαχθεί πλήρως από τις οφειλές του. Συγχρόνως μπορεί να πατήσει το κουμπί του ”restart”, επιτυγχάνοντας μία μη ζημιογόνα επανεκκίνηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Εν ολίγοις του παραχωρείται μία δωρεάν δεύτερη ευκαιρία.
Ο εν λόγω νόμος – σύμφωνα με την ανάλυση της ”Κ” – δημιούργησε μία νέα τακτική, με πολλά φυσικά πρόσωπα, τα οποία τη περίοδο της οικονομικής κρίσης αδυνατούσαν να φέρουν εις πέρας τις οφειλές τους, να καταφεύγουν στην λύση της πτώχευσης. Λύση η οποία φυσικά έφερνε ως επακόλουθη συνέπεια την απώλεια κινητής, όσο και ακίνητης περιουσίας.
Αξίζει να σημειωθεί πως η απαλλαγή από τις οφειλές επέρχεται τρία (3) έτη μετά την κήρυξη της πτώχευσης ή, σε περίπτωση μη επάρκειας περιουσίας, από την καταχώριση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας.
Εκτός αυτού το υπάρχον νομικό σύστημα προβλέπει τη δυνατότητα απαλλαγής του οφειλέτη ακόμη και σε μόλις ένα (1) έτος, εάν η πτωχευτική περιουσία υπερβαίνει σε αξία το 10% του συνόλου των υποχρεώσεων και δεν υπολείπεται των 100.000 ευρώ, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 92 παρ. 3 και 192 παρ. 2 Ν. 4738/2020.
Με το νόμο εν τέλει να τίθεται σε εφαρμογή, στην επιφάνεια – όπως η ”Κ” καταγράφει – εμφανίστηκαν διάφορα ζητήματα που αφορούν την απαλλαγή. Προβλήματα τα οποία επέφεραν κλίμα αβεβαιότητας είτε στη πλευρά των οφειλετών, είτε στη πλευρά των πιστωτών.
Στην κορυφή των ζητημάτων που έφεραν «πονοκέφαλο», βρίσκεται το ποιο θα είναι το αρμόδιο πτωχευτικό όργανο που θα διαπιστώνει την επέλευση της απαλλαγής σε ένα ή τρία έτη, αλλά και με ποια διαδικασία θα γίνεται αυτό, ώστε να μην αφήνεται περιθώριο στους πιστωτές να ερμηνεύουν τις διατάξεις περί απαλλαγής κατά το δοκούν.
«Φάρμακο» για το συγκεκριμένο ζήτημα έφερε η πρόσφατη τροποποίηση του άρθρου 192 του Ν. 4738/2020 μετά την προσθήκη της παραγράφου 4, με το άρθρο 86 Ν. 5072/2023.
Με βάση το συγκεκριμένο άρθρο ορίζεται ότι ο εισηγητής δικαστής, έπειτα από σχετική αίτηση του οφειλέτη και αφού λάβει έκθεση του συνδίκου, προχωρά στην έκδοση πράξης με την οποία διαπιστώνει την επέλευση της απαλλαγής από τις οφειλές.
Έτσι, μέσω αυτής της τροποποίησης, εξαφανίζεται κάθε ανασφάλεια για το κατά πόσον ο πτωχός πληροί τις προϋποθέσεις της απαλλαγής και με μόνη τη σχετική διαπιστωτική Πράξη του εισηγητή δικαστή, αποδεικνύει στον εκάστοτε πιστωτή ότι ουδέν οφείλει πλέον, αποκαθιστώντας την οικονομική του φερεγγυότητα.
Η πρώτη Πράξη πανελλαδικώς η οποία διαπιστώνει την επέλευση της απαλλαγής εξεδόθη μόλις στις 29.2.2024 από εισηγήτρια της Πτώχευσης Ειρηνοδικείου της χώρας. Μάλιστα, εν προκειμένω το φυσικό πρόσωπο απηλλάγη σε μόλις ένα (1) έτος από την πτώχευσή του, δεδομένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 92 παρ. 3 του Ν. 4738/2020.
Αντίστοιχες πράξεις θα εκδίδονται με μαζικότερο τρόπο από τις αρχές του έτους 2025 και έπειτα.
Έτσι, η τροποποίηση των σχετικών με την απαλλαγή άρθρων με τον Ν. 5072/2023 προκαλεί ικανοποίηση στον χώρο της αγοράς καθώς λύνει ένα μεγάλο πρόβλημα.
Ωστόσο, όπως η ”Κ” αναφέρει, παραμένει το ζήτημα της διαπίστωσης της απαλλαγής στις περιπτώσεις που δεν ορίζεται εισηγητής δικαστής και σύνδικος.
Σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί πλέον να λεχθεί πως η έκδοση της παραπάνω Πράξης, που διαπιστώνει την ολική απαλλαγή του πτωχού οφειλέτη, φέρνει στην πράξη την λεγόμενη ”δεύτερη ευκαιρία” για τα φυσικά πρόσωπα που προχωρούν στην λύση της πτώχευσης.







