Το Συμβούλιο Υπουργών Οικονομικών της ΕΕ (ECOFIN) ενέκρινε τις αναθεωρήσεις στο εθνικό σχέδιο ανάκαμψης της Ελλάδας, ανοίγοντας τον δρόμο για την απορρόφηση του 64% των συνολικών διαθέσιμων πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF). Η χρηματοδότηση των 3,13 δισ. ευρώ περιλαμβάνει 1,35 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και 1,78 δισ. ευρώ σε δάνεια.
Βασικές Πρωτοβουλίες του Αναθεωρημένου Σχεδίου:
- Το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» για την αγορά πρώτης κατοικίας, με επιδοτούμενο επιτόκιο.
- Το πρόγραμμα «Αναβαθμίζω το Σπίτι μου» για την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών.
- Το πρόγραμμα χρηματοδότησης 37.000 απογευματινών χειρουργείων, ώστε να μειωθεί ο χρόνος αναμονής στα νοσοκομεία της χώρας.
- Μικρής έκτασης τροποποιήσεις στην περιγραφή ορισμένων δράσεων και οροσήμων του 5ου αιτήματος πληρωμής, το οποίο υπεβλήθη από τη χώρα μας στις 20 Δεκεμβρίου.
Επισημαίνεται ότι το εν λόγω αίτημα αφορά στην εκταμίευση πόρων 3,13 δισ. ευρώ (1,35 δισ. από επιχορηγήσεις και 1,78 δισ. από δάνεια), ενώ με την επιτυχή ολοκλήρωση της διαδικασίας, η οποία αναμένεται στο προσεχές διάστημα οι συνολικές εκταμιεύσεις προς την Ελλάδα θα ανέρχονται πλέον σε 21,3 δισ. ευρώ που αντιστοιχεί σε 64% των συνολικών πόρων που της αναλογούν.
Το Συμβούλιο ενέκρινε επίσης τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά διαρθρωτικά σχέδια για 21 κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα καθώς επίσης και συστάσεις, στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος για οκτώ κράτη μέλη (Βέλγιο, Γαλλία, Ουγγαρία, Ιταλία, Μάλτα, Πολωνία, Ρουμανία και Σλοβακία). Υπενθυμίζεται ότι στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα που υπέβαλε η χώρα μας, προβλέπει αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών κατά 3,7 δισ. για το 2025, ωστόσο η διαφαινόμενη υπέρβαση των στόχων του προϋπολογισμού για το 2024 δημιουργεί προϋποθέσεις για περαιτέρω θετικές πρωτοβουλίες, ιδίως μειώσεις φόρων, που θα ανακοινωθούν από τον Πρωθυπουργό το φθινόπωρο στη ΔΕΘ.
Ο κ. Χατζηδάκης δήλωσε σχετικά: «Για την Ελλάδα προκύπτουν δύο θετικές ειδήσεις από τη συνεδρίαση του ECOFIN. Η έγκριση του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού Διαρθρωτικού Προγράμματος της χώρας επιβεβαιώνει ακόμα μια φορά ότι η οικονομία μας αντιμετωπίζεται με εμπιστοσύνη στις Βρυξέλλες. Η πατρίδα μας προχωρώντας με δημοσιονομική σύνεση και φιλοεπενδυτική πολιτική έχει όλες τις προϋποθέσεις για να ανέβει ακόμα ψηλότερα. Από την άλλη πλευρά, η έγκριση των τροποποιήσεων στο Ταμείο Ανάκαμψης επιτρέπει να προχωρήσουν με ταχύτητα προγράμματα όπως το ‘’Σπίτι μου ΙΙ’’, για το οποίο διαπραγματευτήκαμε σκληρά. Ενώ σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα οι απορροφήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης θα έχουν φτάσει στο 64%».
Στη συνεδρίαση του Eurogroup με θέμα τις οικονομικές προκλήσεις για την Ευρωζώνη κατά την επόμενη πενταετία ο κ. Χατζηδάκης σημείωσε ότι είναι πιεστική ανάγκη πλέον για την Ευρώπη να δράσει γρήγορα και εστίασε σε έξι βασικούς άξονες:
- Την εξεύρεση πόρων για την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, τόσο σε εθνικό όσο και ευρωπαϊκό επίπεδο.
- Την εμβάθυνση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και της Τραπεζικής Ένωσης, ώστε να κινητοποιηθούν περισσότερες ιδιωτικές επενδύσεις.
- Τη θέσπιση Πανευρωπαϊκού Συστήματος Εγγύησης Καταθέσεων.
- Τη μείωση των γραφειοκρατικών βαρών για τις επιχειρήσεις.
- Την υιοθέτηση ουσιαστικών ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών για τη μείωση του κόστους ενέργειας.
- Την υιοθέτηση μιας φιλόδοξης πολιτικής για την κοινή ευρωπαϊκή άμυνα, με αντίστοιχα χρηματοδοτικά και δημοσιονομικά εργαλεία.
Διεθνής Συνεργασία και Μεσοπρόθεσμα Σχέδια:
Επιπλέον, η Ελλάδα ήταν μία από τις οκτώ χώρες των οποίων τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά σχέδια εγκρίθηκαν από την ΕΕ χωρίς επιφυλάξεις. Στις παράλληλες συζητήσεις, δόθηκε έμφαση στη μείωση των διοικητικών βαρών, την αντιμετώπιση των ενεργειακών προκλήσεων και την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής συνεργασίας σε θέματα κεφαλαιαγορών και άμυνας.
Σημαντικές Δράσεις:
Ο Υπουργός υπογράμμισε την ανάγκη ενίσχυσης επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά και τη διατήρηση επενδύσεων σε φυσικό αέριο ως μέρος του ενεργειακού μείγματος κατά την ενεργειακή μετάβαση.
Δηλώσεις Υπουργού:
Ο Έλληνας Υπουργός Οικονομικών, Κωστής Χατζηδάκης, δήλωσε πως η έγκριση αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία, ενισχύοντας τις προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης και υλοποίησης κρίσιμων επενδύσεων.







