ΕΚΤ: Η αβεβαιότητα στο εμπόριο και η οικονομική σταθερότητα υπό πίεση

Οι παραμένουσες αβεβαιότητες γύρω από τις εμπορικές συμφωνίες και οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των δασμών εξακολουθούν να επηρεάζουν το περιβάλλον χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ, σύμφωνα με τη νέα Επισκόπηση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της ΕΚΤ. Ο αντιπρόεδρος της τράπεζας, Λουίς ντε Γκίντος, υπογράμμισε ότι, παρά τη μείωση της αβεβαιότητας από τα επίπεδα του Απριλίου, ο κίνδυνος νέων αναταράξεων παραμένει υπαρκτός.

Η κατάσταση στις χρηματοπιστωτικές αγορές

Οι παγκόσμιες αγορές έχουν καταγράψει ιστορικά υψηλά, ενώ τα πιστωτικά περιθώρια παραμένουν συμπιεσμένα. Ωστόσο, η υψηλή αποτίμηση των μετοχών και η αυξανόμενη συγκέντρωση της αγοράς διατηρούν την ευαλωτότητα, με το κλίμα να μπορεί να μεταβληθεί απότομα σε περίπτωση επιδείνωσης των οικονομικών προοπτικών ή αρνητικών ειδήσεων για την πρόοδο της τεχνητής νοημοσύνης. Θύλακες υψηλής μόχλευσης σε hedge funds, αναντιστοιχίες ρευστότητας και η αδιαφάνεια στις ιδιωτικές αγορές προσθέτουν επιπλέον πηγές κινδύνου.

Ο αντίκτυπος στα δημόσια οικονομικά

Σε ορισμένες προηγμένες οικονομίες, οι ανησυχίες για την επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών ενδέχεται να ασκήσουν πίεση στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων. Αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τη ζώνη του ευρώ μέσω μετατοπίσεων στις διεθνείς ροές κεφαλαίων και διακυμάνσεων στις ισοτιμίες, με πιθανό πλήγμα στην ανταγωνιστικότητα και στο κόστος χρηματοδότησης. Παρά τους μειωμένους κινδύνους για την ανάπτυξη μετά τις αναταραχές των δασμών, οι αυξημένες ανάγκες έκδοσης κρατικού χρέους και οι υψηλότερες αμυντικές δαπάνες αναμένεται να επιβαρύνουν τους κρατικούς ισολογισμούς. Παράλληλα, διαρθρωτικές προκλήσεις όπως η ψηφιοποίηση, η χαμηλή παραγωγικότητα, η γήρανση του πληθυσμού και η κλιματική αλλαγή συνεχίζουν να πιέζουν.

Επιχειρήσεις, νοικοκυριά και τραπεζικός τομέας

Οι ισολογισμοί εταιρειών και νοικοκυριών έχουν ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά ο εταιρικός τομέας παραμένει εκτεθειμένος στις συνέπειες των δασμών. Εάν αυξηθούν οι απολύσεις, η δυνατότητα εξυπηρέτησης χρεών από τα νοικοκυριά θα υποχωρήσει.
Οι τράπεζες έχουν δείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα χάρη στην κερδοφορία και τα ισχυρά αποθέματα κεφαλαίου και ρευστότητας. Ωστόσο, η έκθεσή τους σε δανειολήπτες που πλήττονται περισσότερο από τους δασμούς και οι αυξανόμενες διασυνδέσεις με μη τραπεζικά ιδρύματα αποτελούν πηγές πιθανού κινδύνου σε περιόδους έντασης.

Η ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας

Στο ιδιαίτερα αβέβαιο οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον, η διατήρηση της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι ζωτικής σημασίας. Οι μακροπροληπτικές αρχές καλούνται να διατηρήσουν τα υφιστάμενα κεφαλαιακά αποθέματα και τα μέτρα που βασίζονται στους δανειολήπτες, ώστε να διασφαλιστούν υγιή πρότυπα δανεισμού.
Την ίδια στιγμή, η διεύρυνση και η ενισχυμένη διασύνδεση του μη τραπεζικού χρηματοπιστωτικού τομέα απαιτούν ολοκληρωμένες πολιτικές που θα ενισχύσουν τη σταθερότητα και θα συμβάλουν στη βαθύτερη ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών της ζώνης του ευρώ.

Ταυτόχρονα, οι ανησυχίες για τα επιβαρυμένα δημόσια οικονομικά στις μεγάλες οικονομίες απειλούν να αναστατώσουν τις παγκόσμιες αγορές ομολόγων, με πιθανές επιπτώσεις στην ευρωζώνη μέσω μετατοπίσεων των κεφαλαιακών ροών, διακυμάνσεων των συναλλαγματικών ισοτιμιών και υψηλότερου κόστους χρηματοδότησης. Ωστόσο, η έκθεση τόνισε ότι οι τράπεζες της ευρωζώνης «έχουν δείξει ανθεκτικότητα σε πρόσφατους κραδασμούς εν μέσω ισχυρής κερδοφορίας και άφθονων κεφαλαιακών αποθεμάτων και αποθεμάτων ρευστότητας».

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.