Η ενιαία αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένει το μεγαλύτερο οικονομικό πλεονέκτημα της ηπείρου, αλλά λειτουργεί με χαμηλότερη ταχύτητα από τις ανάγκες της εποχής. Οι στρεβλώσεις, τα εθνικά εμπόδια και η αργή ενοποίηση σε υπηρεσίες, ψηφιακή οικονομία και κεφάλαια υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης έναντι ΗΠΑ και Κίνας.
Η ενιαία αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ξεκίνησε με φιλοδοξία να δημιουργήσει έναν πραγματικά ενιαίο οικονομικό χώρο για αγαθά, υπηρεσίες, κεφάλαια και ανθρώπους, βρίσκεται σήμερα σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Τριάντα και πλέον χρόνια μετά την επίσημη έναρξή της, η αγορά εξακολουθεί να κατακερματίζεται από εθνικούς κανονισμούς, προστατευτισμό και πολιτική διστακτικότητα. Το αποτέλεσμα είναι μια Ευρώπη με υψηλό επίπεδο διαβίωσης, αλλά χαμηλή δυναμική ανάπτυξης και μειούμενη διεθνή βαρύτητα.
Τα κενά της ενιαίας αγοράς σε υπηρεσίες, ψηφιακή οικονομία και κεφάλαια
Ενώ η ενοποίηση στο εμπόριο αγαθών έχει προχωρήσει σημαντικά, οι υπηρεσίες –που αντιστοιχούν στο μεγαλύτερο μέρος του ΑΕΠ– παραμένουν ουσιαστικά «εθνικές». Νομικοί, μηχανικοί, λογιστές, επαγγελματίες υγείας και άλλες ρυθμιζόμενες ειδικότητες συναντούν ακόμη εμπόδια στην παροχή υπηρεσιών πέρα από τα σύνορα. Οι διαφορετικές άδειες, επαγγελματικά πρότυπα και φορολογικοί κανόνες αποθαρρύνουν τις επιχειρήσεις από το να επεκταθούν σε ολόκληρη την ΕΕ.
Αντίστοιχα, η ψηφιακή ενιαία αγορά παραμένει ημιτελής. Διαφορετικά καθεστώτα για τα δεδομένα, την φορολόγηση της ψηφιακής οικονομίας, την κυβερνοασφάλεια και τις πλατφόρμες δημιουργούν ένα μωσαϊκό κανόνων που ευνοεί τους πολύ μεγάλους παίκτες αλλά λειτουργεί αποτρεπτικά για τις νεοφυείς και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η έλλειψη πραγματικής ενοποίησης στις τηλεπικοινωνίες και στις υποδομές cloud επιβαρύνει το κόστος και περιορίζει την κλίμακα των επενδύσεων.
Στο χρηματοοικονομικό επίπεδο, η Ένωση Κεφαλαιαγορών και η Τραπεζική Ένωση παραμένουν ανολοκλήρωτα έργα. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα οι καινοτόμες, εξαρτώνται δυσανάλογα από τραπεζικό δανεισμό, ενώ οι αγορές μετοχών και ομολόγων είναι κατακερματισμένες. Αυτό μειώνει την πρόσβαση σε μακροπρόθεσμο κεφάλαιο και ωθεί πολλές εταιρείες να αναζητούν χρηματοδότηση ή ακόμη και εισαγωγή σε χρηματιστήρια εκτός Ευρώπης.
Ρυθμιστικός κατακερματισμός και βιομηχανική πολιτική
Ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα είναι ο ρυθμιστικός κατακερματισμός. Παρά την ύπαρξη κοινοτικών κανονισμών, τα κράτη-μέλη συχνά προσθέτουν εθνικούς κανόνες («gold-plating»), δημιουργώντας ένα δαιδαλώδες πλέγμα συμμόρφωσης. Αυτό πλήττει ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που δεν διαθέτουν τους πόρους για να διαχειριστούν 27 διαφορετικά καθεστώτα εφαρμογής.
Παράλληλα, η στροφή προς μια πιο ενεργή βιομηχανική πολιτική –με επιδοτήσεις σε στρατηγικούς κλάδους, όπως οι ημιαγωγοί, η πράσινη ενέργεια και οι μπαταρίες– κινδυνεύει να αναπαράγει εθνικούς ανταγωνισμούς. Αν οι κρατικές ενισχύσεις χαλαρώσουν χωρίς αυστηρό ευρωπαϊκό συντονισμό, υπάρχει ο κίνδυνος οι ισχυρότερες οικονομίες να επισκιάσουν τις μικρότερες, διαβρώνοντας τον ίδιο τον πυρήνα της ενιαίας αγοράς.
Η πρόκληση είναι να υπάρξει μια βιομηχανική πολιτική πραγματικά ευρωπαϊκή, με κοινά κριτήρια, διαφάνεια και προσανατολισμό σε έργα που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα όλης της ηπείρου – από τις διασυνοριακές ενεργειακές διασυνδέσεις μέχρι τα δίκτυα 5G/6G και τις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Πέντε προτεραιότητες για να ξανακερδίσει η ενιαία αγορά τη δυναμική της
Πρώτον, βαθιά ενοποίηση στις υπηρεσίες: αμοιβαία αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων χωρίς εξαιρέσεις, απλούστευση των αδειοδοτήσεων και πραγματική εφαρμογή της αρχής «μία άδεια, ολόκληρη η ΕΕ». Δεύτερον, ολοκλήρωση της ψηφιακής ενιαίας αγοράς με εναρμόνιση κανόνων για δεδομένα, φορολογία ψηφιακών υπηρεσιών και κυβερνοασφάλεια, ώστε οι επιχειρήσεις να σχεδιάζουν με βάση ένα ενιαίο πλαίσιο.
Τρίτον, επιτάχυνση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών: κοινά πρότυπα για πτωχεύσεις, φορολόγηση επενδύσεων και προστασία επενδυτών, ώστε το ευρωπαϊκό αποταμιευτικό κεφάλαιο να διοχετεύεται πιο εύκολα σε επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας. Τέταρτον, μείωση του ρυθμιστικού κατακερματισμού: συστηματικός έλεγχος και περιορισμός του «gold-plating», με υποχρεωτική αξιολόγηση επιπτώσεων στην ενιαία αγορά πριν από κάθε εθνική πρωτοβουλία.
Πέμπτον, ευρωπαϊκή διάσταση στη βιομηχανική πολιτική: κοινά ταμεία, κοινές προκηρύξεις και υποχρεωτική γεωγραφική διασπορά των επενδύσεων, ώστε να αποφεύγονται εθνικές κούρσες επιδοτήσεων που ευνοούν μόνο τις μεγάλες οικονομίες.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, μια πραγματικά λειτουργική ενιαία αγορά είναι στρατηγικό πλεονέκτημα. Οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις, οι εταιρείες τεχνολογίας και οι υπηρεσίες –από τον τουρισμό μέχρι τη ναυτιλιακή τεχνογνωσία– μπορούν να κλιμακωθούν πολύ πιο γρήγορα σε ένα πλαίσιο όπου οι φραγμοί μειώνονται και η πρόσβαση σε ευρωπαϊκό κεφάλαιο γίνεται ευκολότερη.
Ταυτόχρονα, η χώρα οφείλει να προσαρμόσει το ρυθμιστικό της πλαίσιο ώστε να μην προσθέτει επιπλέον εμπόδια (γραφειοκρατία, ειδικές άδειες, αργές διαδικασίες) πάνω από τους κοινούς ευρωπαϊκούς κανόνες. Η συμμετοχή σε διασυνοριακά έργα πράσινης μετάβασης, ψηφιακών υποδομών και καινοτομίας μπορεί να μετατρέψει την Ελλάδα από περιφερειακή αγορά σε κόμβο υπηρεσιών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η ενιαία αγορά δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά το πραγματικό «εργαστήριο» όπου θα κριθεί αν η Ευρώπη θα παραμείνει οικονομική δύναμη ή θα διολισθήσει σε γεωπολιτική περιφέρεια ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα. Χωρίς πολιτικό θάρρος για άρση των εθνικών προνομίων –ιδίως σε υπηρεσίες, κεφάλαια και ψηφιακή οικονομία– η ΕΕ θα συνεχίσει να παράγει ρυθμούς ανάπτυξης κατώτερους των δυνατοτήτων της. Για την Ελλάδα, η επιλογή είναι διπλή: ή θα αξιοποιήσει την ενοποίηση ως μοχλό αναβάθμισης του παραγωγικού της μοντέλου, ή θα μείνει θεατής σε μια ενιαία αγορά που θα λειτουργεί κυρίως προς όφελος των πιο ισχυρών οικονομιών.
#ΕΕ #ΕνιαίαΑγορά #Οικονομία #Κεφαλαιαγορές #ΨηφιακήΟικονομία







