Με αυστηρό δημόσιο μήνυμα, ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας απορρίπτει κατηγορηματικά τις επαναλαμβανόμενες αναφορές του Ντόναλντ Τραμπ σε ενδεχόμενη αμερικανική προσάρτηση του νησιού. Η τοποθέτηση συνδέεται με τη μάχη επιρροής στην Αρκτική και την αναζωπύρωση συζητήσεων περί αλλαγής συνόρων.
Η Γροιλανδία, απομακρυσμένη γεωγραφικά αλλά κεντρική στον νέο γεωπολιτικό χάρτη της Αρκτικής, στέλνει ηχηρό μήνυμα στην Ουάσιγκτον. Ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας Γενς Φρέντερικ Νίλσεν έθεσε σαφή όρια στον Ντόναλντ Τραμπ, μετά τις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου ότι θα ήθελε να δει την αμερικανική σημαία να κυματίζει στο νησί, το οποίο αποτελεί έδαφος του Βασιλείου της Δανίας.
«Φτάνει τώρα! Όχι άλλη πίεση. Όχι άλλα υπονοούμενα. Όχι άλλες φαντασιώσεις προσάρτησης», τόνισε ο Νίλσεν σε ανάρτησή του στο Facebook, αποτυπώνοντας την ενόχληση της τοπικής κυβέρνησης για τη ρητορική του Λευκού Οίκου. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Γροιλανδία παραμένει «ανοικτή στον διάλογο και στις συνομιλίες», αλλά μόνο «μέσω των κατάλληλων διαύλων και με σεβασμό του διεθνούς δικαίου».
Η γεωπολιτική αξία της Γροιλανδίας
Πίσω από τη φαινομενικά «εκκεντρική» ιδέα της προσάρτησης κρύβεται η διαρκώς αυξανόμενη στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας. Το νησί βρίσκεται σε καίριο σημείο για τις θαλάσσιες οδούς της Αρκτικής, ενώ διαθέτει σημαντικά, εν πολλοίς ανεκμετάλλευτα, κοιτάσματα ορυκτών και υδρογονανθράκων. Η κλιματική αλλαγή και το λιώσιμο των πάγων καθιστούν την περιοχή ακόμη πιο προσβάσιμη, εντείνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας.
Η Ουάσιγκτον διατηρεί ήδη στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία, κυρίως μέσω της αεροπορικής βάσης Θούλη, κρίσιμου κρίκου στο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και αντιπυραυλικής άμυνας των ΗΠΑ. Ωστόσο, η συζήτηση για «απόκτηση» ή «προσάρτηση» του νησιού μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο στρατηγικής συνεργασίας στο πεδίο της αμφισβήτησης εθνικής κυριαρχίας, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις τόσο στη Γροιλανδία όσο και στη Δανία.
Σύγκρουση με την αρχή της εδαφικής ακεραιότητας
Η παρέμβαση του Γροιλανδού πρωθυπουργού δεν είναι ένα μεμονωμένο ξέσπασμα, αλλά μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής ανησυχίας για την επανεμφάνιση λογικών «αγοράς» ή αναδιάταξης εδαφών. Το Κοπεγχάγη έχει ήδη διαμηνύσει ότι οι ΗΠΑ «δεν έχουν κανένα δικαίωμα προσάρτησης εδαφών του βασιλείου», ενώ η Γαλλία έσπευσε να δηλώσει εκ νέου τη στήριξή της στην εθνική κυριαρχία Δανίας – Γροιλανδίας, υπενθυμίζοντας ότι «τα σύνορα δεν μπορεί να αλλάζουν δια της βίας».
Η στάση της Γροιλανδίας ισορροπεί ανάμεσα στην ανάγκη για επενδύσεις και ανάπτυξη και στον φόβο απώλειας πολιτικού ελέγχου. Η τοπική κυβέρνηση επιδιώκει μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας και οικονομικής χειραφέτησης, αλλά όχι μέσα από μια διαδικασία που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αποδοχή νεο-αποικιακών πρακτικών ή παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Γι’ αυτό και ο Νίλσεν επιμένει στην τήρηση θεσμικών καναλιών και κανόνων, ακόμη και όταν συνομιλητής είναι η υπερδύναμη των ΗΠΑ.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η επέμβαση των ισχυρών σε τρίτες χώρες –από τη Βενεζουέλα μέχρι την Αρκτική– επανέρχεται στο προσκήνιο, η Γροιλανδία επιχειρεί να χαράξει κόκκινες γραμμές, προκειμένου να μην εξελιχθεί σε «πιόνι» σε μια παρτίδα γεωπολιτικού σκάκι.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η αντίδραση της Γροιλανδίας λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα: όταν ακόμη και μικρές, εξαρτημένες οντότητες αισθάνονται την ανάγκη να «τραβήξουν χειρόφρενο» στις ΗΠΑ, σημαίνει ότι η συζήτηση για την αναθεώρηση συνόρων και σφαιρών επιρροής έχει ξεπεράσει τα όρια της ρεαλπολιτίκ και αγγίζει επικίνδυνα τη νομιμότητα του διεθνούς συστήματος.







