Η απόφαση της ΕΕ να εντάξει τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης στην τρομοκρατική λίστα δεν ήταν αυτόματη, αλλά προϊόν έντονης εσωτερικής διαμάχης. Οι εικόνες της βίαιης καταστολής στο Ιράν ανέτρεψαν τους ενδοιασμούς περί διπλωματικών κινδύνων και οδήγησαν σε πολιτική στροφή βασικών ευρωπαϊκών πρωτευουσών.
Η κίνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να χαρακτηρίσει το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) ως τρομοκρατική οργάνωση αποτελεί σημείο καμπής στην ευρωπαϊκή πολιτική έναντι της Τεχεράνης. Για εβδομάδες, μια ομάδα ισχυρών κρατών-μελών –με προεξάρχουσα τη Γαλλία και αρχικά την Ιταλία και την Ισπανία– μπλόκαρε την απόφαση, επικαλούμενη τον κίνδυνο αντιποίνων, την ομηρική διπλωματία της Τεχεράνης και την ανάγκη διατήρησης διαύλων για τις συνομιλίες περί πυρηνικού προγράμματος.
Από τη διπλωματική επιφύλαξη στην πολιτική πίεση
Το επιχείρημα των επιφυλακτικών κυβερνήσεων ήταν σαφές: μια τόσο ευρεία τρομοκρατική ταξινόμηση –ο IRGC αριθμεί πάνω από 100.000 στελέχη και ελέγχει μεγάλο μέρος του ιρανικού κράτους και της οικονομίας– θα περιόριζε δραστικά τη δυνατότητα διαλόγου για τη μη διάδοση πυρηνικών και άλλα κρίσιμα ζητήματα. Για τη Γαλλία, μέλος του σχήματος Ε3 μαζί με Ηνωμένο Βασίλειο και Γερμανία, η διατήρηση του IRGC εκτός λίστας θεωρούνταν εργαλείο ώστε το Παρίσι να μπορεί να διαδραματίσει ρόλο σε ενδεχόμενη επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων.
Παράλληλα, το Παρίσι είχε επιπλέον βάρος: την τύχη δύο Γάλλων πολιτών, της Cécile Kohler και του Jacques Paris, που πρόσφατα βγήκαν από τη διαβόητη φυλακή Εβίν και τελούν υπό κατ’ οίκον περιορισμό στην πρεσβεία της Γαλλίας στην Τεχεράνη. Παρότι οι Γάλλοι αξιωματούχοι απέφευγαν να συνδέσουν ευθέως τη στάση τους με την ομηρική διπλωματία του Ιράν, ο παράγοντας αυτός λειτουργούσε ως ισχυρό αντικίνητρο για μια μετωπική κίνση.
Η δύναμη των εικόνων και το ντόμινο των αλλαγών θέσης
Η ισορροπία άρχισε να αλλάζει όταν χαλάρωσε το μπλακάουτ στο διαδίκτυο στο Ιράν και άρχισαν να κυκλοφορούν βίντεο με τη βίαιη καταστολή διαδηλώσεων από τον IRGC. Η ύπατη εκπρόσωπος της ΕΕ Κάγια Κάλας παραδέχθηκε ότι όσο υπήρχε απαγόρευση στο διαδίκτυο «δεν ήταν όλα ξεκάθαρα», αλλά όταν οι «θηριωδίες» έγιναν ορατές, έγινε επίσης σαφές ότι έπρεπε να υπάρξει «πολύ ισχυρή απάντηση» από την ευρωπαϊκή πλευρά.
Ο Ολλανδός υπουργός Εξωτερικών Ντέιβιντ φαν Βιλ –με την Ολλανδία να ανήκει στους πιο ένθερμους υποστηρικτές του χαρακτηρισμού– μίλησε για «μεγάλη κόκκινη γραμμή» που ξεπεράστηκε, καθώς νέα βίντεο δολοφονιών και ωμής βίας από το καθεστώς συγκλόνισαν πολλές χώρες. Σύμφωνα με διπλωμάτες, ιδιαίτερα σοκαριστικές ήταν εικόνες γονέων που αναζητούσαν τα παιδιά τους σε σακούλες με πτώματα, σε ένα σκηνικό με αναφερόμενους νεκρούς σε δεκάδες χιλιάδες.
Η Ιταλία ήταν η πρώτη που δημοσίως δήλωσε αλλαγή στρατοπέδου, με τον Αντόνιο Ταγιάνι να τονίζει ότι οι απώλειες αμάχων απαιτούν «σαφή απάντηση». Λίγο αργότερα, η Ισπανία ενημέρωσε ότι στηρίζει τον χαρακτηρισμό. Έτσι, η Γαλλία έμεινε τελευταία μόνη, με την πολιτική και ηθική πίεση να αυξάνεται κατακόρυφα.
Η τελική στροφή του Παρισιού και ο ρόλος των ΗΠΑ
Με το Βερολίνο, τη Χάγη και άλλες πρωτεύουσες να πιέζουν, το κόστος για τη Γαλλία να εμφανίζεται ως ο μοναδικός «φραγμός» σε μια κίνηση που συνδέθηκε με την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γινόταν πολιτικά δυσβάστακτο. Ευρωπαίος αξιωματούχος του Ευρωκοινοβουλίου σημείωσε ότι «η ντροπή να είσαι ο μόνος που μπλοκάρει αυτή την απόφαση έγινε πολύ μεγάλη».
Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ –που έχουν εντάξει τον IRGC στην τρομοκρατική λίστα από το 2019– ασκούσαν σταθερή πίεση στην ΕΕ να ακολουθήσει. Γάλλος αξιωματούχος μίλησε για «πολύ μεγάλο αριθμό επαφών» Παρισιού–Ουάσιγκτον για το ιρανικό ζήτημα. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε δημοσίως ότι «ο χρόνος τελειώνει» για το ιρανικό καθεστώς και έκανε λόγο για «μαζική αρμάδα» που κινείται προς τη χώρα, εντείνοντας το γεωπολιτικό πλαίσιο πίεσης.
Τελικά, η Γαλλία εγκατέλειψε την αντίστασή της. Ο υπουργός Εξωτερικών Ζαν-Νοέλ Μπαρό υπογράμμισε ότι οι χιλιάδες νεκροί διαδηλωτές δεν μπορούν «να πεθάνουν μάταια», δίνοντας το πολιτικό στίγμα της στροφής. Με την απόφαση αυτή, ο IRGC τοποθετείται στην ίδια κατηγορία με την αλ Κάιντα, τη Χαμάς και το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος, σηματοδοτώντας μια σαφή σκλήρυνση της ευρωπαϊκής στάσης έναντι της Τεχεράνης.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η εξέλιξη αποκαλύπτει ότι η ΕΕ εξακολουθεί να κινείται περισσότερο αντιδρώντας σε εικόνες και πίεση κοινής γνώμης, παρά βάσει προληπτικής στρατηγικής. Ο χαρακτηρισμός του IRGC θα περιπλέξει περαιτέρω τα κανάλια επικοινωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά ταυτόχρονα κλειδώνει την Ένωση σε μια πιο σκληρή, ηθικοπολιτικά φορτισμένη γραμμή, που δύσκολα θα αναστραφεί χωρίς ουσιαστικές αλλαγές στο ίδιο το ιρανικό καθεστώς.







