Κάτω από το ψυχολογικό όριο του 10% υποχώρησε η ανεργία στην Ισπανία στο τέλος του 2025, αγγίζοντας το χαμηλότερο επίπεδο από την προ κρίσης εποχή του 2008. Η βελτίωση στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος δημιουργεί τη συντριπτική πλειονότητα των νέων θέσεων εργασίας.
Η ισπανική αγορά εργασίας κατέγραψε ένα ορόσημο με έντονο συμβολισμό: το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 9,93% το δ΄ τρίμηνο του 2025, από 10,45% το προηγούμενο τρίμηνο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (INE). Είναι η πρώτη φορά από το α΄ τρίμηνο του 2008, όταν η ανεργία βρισκόταν στο 9,6%, που η χώρα επιστρέφει σε μονοψήφιο ποσοστό, κλείνοντας έναν κύκλο σχεδόν δύο δεκαετιών υψηλής ανεργίας, διαρθρωτικής αδυναμίας και κοινωνικών πιέσεων.
Η σημασία της επιστροφής σε μονοψήφιο ποσοστό
Το όριο του 10% δεν είναι μόνο στατιστική γραμμή, αλλά ψυχολογικό και πολιτικό σημείο αναφοράς για μια οικονομία που επλήγη σφοδρά από τη χρηματοπιστωτική κρίση, τη φούσκα ακινήτων και την κρίση χρέους της Ευρωζώνης. Για χρόνια, η Ισπανία συγκαταλεγόταν στις χώρες με την υψηλότερη ανεργία στην Ευρώπη, ιδίως στους νέους και στους χαμηλής ειδίκευσης εργαζόμενους.
Η σημερινή εικόνα αντανακλά την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας, την ενίσχυση του τουρισμού και των υπηρεσιών, αλλά και τις αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, η πτώση της ανεργίας περιορίζει τις δημοσιονομικές πιέσεις στα συστήματα επιδομάτων και ενισχύει τα φορολογικά έσοδα, δημιουργώντας περιθώριο για πιο στοχευμένες κοινωνικές πολιτικές.
Καθοριστικός ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα
Κατά τον υπουργό Οικονομίας Κάρλος Κουέρπο, ο ιδιωτικός τομέας συνέβαλε κατά 92% στις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν το 2025. Αυτό δείχνει ότι η δυναμική της αγοράς εργασίας δεν οφείλεται σε προσωρινά, κρατικώς χρηματοδοτούμενα σχήματα, αλλά σε πραγματική ζήτηση από επιχειρήσεις, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες βιωσιμότητας των θέσεων.
Ο Κουέρπο έκανε λόγο για «ισχυρότερη, πιο σταθερή αγορά εργασίας με υψηλότερης ποιότητας απασχόληση», υποστηρίζοντας ότι αυτό προσφέρει «στέρεη βάση για τη συνεχιζόμενη βελτίωση της ευημερίας όλων των πολιτών». Η αναφορά στην «ποιότητα» της απασχόλησης δεν είναι τυχαία: η Ισπανία είχε επί χρόνια κατηγορηθεί για υπερβολική εξάρτηση από επισφαλείς, προσωρινές συμβάσεις, κάτι που υπονόμευε τη σταθερότητα εισοδημάτων και την παραγωγικότητα.
Προκλήσεις που παραμένουν και τα μηνύματα για την Ευρώπη
Παρά τη θεαματική βελτίωση, η Ισπανία εξακολουθεί να έχει υψηλότερη ανεργία από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ η ανεργία των νέων και η μακροχρόνια ανεργία παραμένουν κρίσιμα ζητήματα. Η πρόκληση για τη Μαδρίτη είναι να μετατρέψει τη συγκυριακή δυναμική σε διαρθρωτική αλλαγή: επενδύσεις σε δεξιότητες, τεχνολογία, παραγωγικότητα και διαφοροποίηση του παραγωγικού μοντέλου πέρα από τον τουρισμό.
Για την υπόλοιπη Ευρώπη, η ισπανική περίπτωση λειτουργεί ως παράδειγμα ότι ακόμη και οικονομίες που βίωσαν βαθιά κρίση μπορούν, με συνδυασμό ανάπτυξης, μεταρρυθμίσεων και ενίσχυσης του ιδιωτικού τομέα, να μειώσουν ουσιαστικά την ανεργία. Ταυτόχρονα, υπενθυμίζει ότι η ποιότητα της εργασίας –και όχι μόνο η ποσότητα– είναι κεντρικό κριτήριο για τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η πτώση της ανεργίας κάτω από το 10% στην Ισπανία είναι περισσότερο πολιτικό και κοινωνικό turning point παρά απλώς μια θετική στατιστική. Δείχνει τι μπορεί να πετύχει μια οικονομία όταν ο ιδιωτικός τομέας αναλαμβάνει τον κύριο ρόλο στη δημιουργία θέσεων, αλλά ταυτόχρονα υπενθυμίζει ότι χωρίς επένδυση σε παραγωγικότητα και δεξιότητες, το ρίσκο επιστροφής σε υψηλή ανεργία σε επόμενη κρίση παραμένει υπαρκτό.







