Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εισάγει για πρώτη φορά ανοιχτά τον παράγοντα της γεωπολιτικής στο αφήγημά της για το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου (GSI), αφήνοντας παράλληλα σκιές και για ελληνικές ευθύνες. Την ίδια ώρα, η DG Ener μπλοκάρει την ιδέα νέας μελέτης βιωσιμότητας, στέλνοντας σαφές μήνυμα σε Αθήνα και Λευκωσία.
Το στρατηγικό έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου (GSI), επιχορηγημένο με 657 εκατ. ευρώ από κοινοτικά κονδύλια, εισέρχεται σε νέα, πιο επικίνδυνη φάση. Η Κομισιόν, που μέχρι σήμερα κρατούσε χαμηλούς τόνους, αρχίζει να μιλά ανοιχτά για τις συνέπειες της γεωπολιτικής έντασης, ενώ παράλληλα δείχνει σαφή δυσφορία απέναντι στις κυβερνήσεις Αθήνας και Λευκωσίας για τον τρόπο που διαχειρίζονται το project.
Η γεωπολιτική εμπλοκή στο τραπέζι των Βρυξελλών
Ο επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν, σε δηλώσεις του στο κυπριακό πρακτορείο ειδήσεων, έκανε την πρώτη επίσημη παραδοχή από πλευράς Κομισιόν ότι «η πρόοδος του έργου έχει επηρεαστεί από ένα πολύπλοκο γεωπολιτικό πλαίσιο, με επιπτώσεις στα χρονοδιαγράμματα και τα κόστη». Πίσω από τη διπλωματική αυτή διατύπωση βρίσκεται η πραγματικότητα της τουρκικής απειλής, που οδήγησε στη διακοπή των ερευνών πόντισης του καλωδίου μετά το επεισόδιο νότια της Κάσου το καλοκαίρι του 2024.
Είναι η πρώτη φορά που οι Βρυξέλλες «φωτογραφίζουν» τόσο καθαρά τον γεωπολιτικό παράγοντα ως βασική αιτία καθυστερήσεων και υπερβάσεων κόστους. Μέχρι πρόσφατα, η επίσημη γραμμή περιοριζόταν σε γενικόλογες παραινέσεις για επίλυση ρυθμιστικών εκκρεμοτήτων ανάμεσα στις δύο χώρες. Τώρα, η Κομισιόν ουσιαστικά προειδοποιεί ότι, αν το έργο καταστεί μη βιώσιμο, αυτό θα αποδοθεί και στη γεωπολιτική εμπλοκή – εξέλιξη με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις για την Αθήνα.
«Κόκκινη γραμμή» σε νέα μελέτη βιωσιμότητας
Παράλληλα, κοινοτικές πηγές αναφέρουν ότι η Γενική Διεύθυνση Ενέργειας (DG Ener) αντιμετωπίζει αρνητικά την πρόθεση Ελλάδας και Κύπρου να επικαιροποιήσουν τις μελέτες του GSI με πρόσχημα την είσοδο νέων επενδυτών. Στις δύο πρωτεύουσες έχει μεταφερθεί σαφώς ότι μια νέα μελέτη κόστους – οφέλους θα άνοιγε εκ των πραγμάτων ξανά το ζήτημα της βιωσιμότητας του έργου για τους καταναλωτές, κάτι που για την Επιτροπή θεωρείται «κόκκινη γραμμή».
Ο Γιόργκενσεν έχει ήδη υπενθυμίσει, απαντώντας σε ερώτηση Κύπριου ευρωβουλευτή, ότι η ένταξη ενός έργου στη λίστα Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI) προϋποθέτει ολοκληρωμένη CBA που καταλήγει σε θετική αξιολόγηση. Επομένως, η εκ των υστέρων αμφισβήτηση της βιωσιμότητας ισοδυναμεί με έμμεση αμφισβήτηση της απόφασης επιχορήγησης με τα 657 εκατ. ευρώ – κάτι που οι Βρυξέλλες δεν δείχνουν διατεθειμένες να αναλάβουν πολιτικά.
Ευθύνες, blame game και κίνδυνος απώλειας πόρων
Τους τελευταίους μήνες, η ελληνική κυβέρνηση επιχείρησε να αποδώσει το αδιέξοδο κυρίως σε καθυστερήσεις της Λευκωσίας, αποφεύγοντας να αναγνωρίσει δημόσια τη διάσταση της τουρκικής απειλής. Το «blame game» όμως επιβάρυνε και τις δύο πλευρές, οδηγώντας τελικά στην επιλογή ανάθεσης νέας μελέτης σε εξωτερικό οίκο, ώστε να «αγοραστεί χρόνος».
Πλέον, η Κομισιόν, αλλάζοντας ρητορική, δεν αφήνει μόνο να εννοηθεί ότι η γεωπολιτική εμπλοκή είναι κεντρικό πρόβλημα, αλλά ρίχνει και διακριτικές σκιές προς την Αθήνα για τον χειρισμό του φακέλου. Αν η ένταση με την Άγκυρα συνεχιστεί και παράλληλα ανοίξει συζήτηση αμφισβήτησης της βιωσιμότητας, ο κίνδυνος απώλειας ευρωπαϊκών πόρων και de facto ακύρωσης ενός εμβληματικού έργου ενεργειακής ασφάλειας για την Ανατολική Μεσόγειο παύει να είναι θεωρητικός.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η Κομισιόν, χωρίς να κατονομάζει την Τουρκία, στέλνει σαφές μήνυμα ότι η γεωπολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί ως «ταμπού» όταν διακυβεύονται εκατοντάδες εκατομμύρια κοινοτικών πόρων. Η Αθήνα καλείται να εγκαταλείψει την επικοινωνιακή διαχείριση και να παρουσιάσει πειστική, τεχνικά τεκμηριωμένη στρατηγική για το GSI, αλλιώς κινδυνεύει όχι μόνο να χάσει ένα κρίσιμο έργο υποδομής, αλλά και να βρεθεί στο επίκεντρο ευρωπαϊκής κριτικής για κακή χρήση δημόσιου χρήματος.







