Σε πλήρη ακύρωση της τρέχουσας διαδικασίας για την απορρύπανση των εγκαταστάσεων στο Λαύριο προχώρησαν τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα, κατόπιν σαφών κυβερνητικών εντολών. Η κυβέρνηση ζητά νέο, απολύτως διαφανή διαγωνισμό για την εξουδετέρωση της «ωρολογιακής βόμβας» των εκρηκτικών, μετά τις έντονες αντιδράσεις για τη μέχρι τώρα διαδικασία.
Η υπόθεση της επικίνδυνης συσσώρευσης εκρηκτικών υλών στις εγκαταστάσεις των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων (ΕΑΣ) στο Λαύριο επανέρχεται στο προσκήνιο, αυτή τη φορά με πολιτική απόφαση επανεκκίνησης από μηδενική βάση. Η διοίκηση των ΕΑΣ προχώρησε στη ματαίωση και ακύρωση του διαγωνισμού που είχε προκηρύξει για την απορρύπανση και απομάκρυνση εκρηκτικών, έπειτα από σαφείς εντολές της κυβέρνησης, με δέσμευση ότι θα ακολουθήσει νέα διαδικασία με πλήρη τήρηση των κανόνων διαφάνειας και ανταγωνισμού.
Από τον ανοιχτό διεθνή διαγωνισμό στην κλειστή διαπραγμάτευση
Το ιστορικό της υπόθεσης είναι αποκαλυπτικό για τις παθογένειες στη διαχείριση κρίσιμων έργων δημόσιας ασφάλειας. Τον Νοέμβριο του 2024 τα ΕΑΣ είχαν προκηρύξει ανοιχτό, διεθνή διαγωνισμό για την πλήρη απορρύπανση του Λαυρίου, με προϋπολογισμό 43,92 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ (54,46 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ), βασισμένο σε μελέτες και πιστοποιήσεις έγκυρων φορέων όπως το ΕΜΠ.
Η σημερινή διοίκηση, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, ακύρωσε εκείνη τη διαδικασία και επέλεξε κλειστή διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση, μόνο για την απορρύπανση και απομάκρυνση δέκα δεξαμενών στον πρώην χώρο καταστροφής ναρκών. Ο νέος προϋπολογισμός ορίστηκε στα 18,64 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ (23,11 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ) για περίπου 40 τόνους εκρηκτικών εντός δεξαμενών, αφήνοντας εκτός αντικειμένου περίπου 180 τόνους επικίνδυνων υλικών διάσπαρτων στο έδαφος.
Η πρόσκληση απευθύνθηκε σε περιορισμένο αριθμό εταιρειών (Enviroplan, VEN Engineering, Polyeco, AECOM, Intergeo και στη συνέχεια Antipollution), με κριτήριο προηγούμενη συμμετοχή τους σε συναφή διαγωνισμό στην Ελευσίνα, χωρίς σαφείς τεχνικούς και ποιοτικούς όρους για την εξασφάλιση ισοδύναμου αποτελέσματος.
Κριτική, κυβερνοεπίθεση και πολιτική παρέμβαση
Η διαδικασία βρέθηκε στο στόχαστρο επιστημονικών φορέων και τοπικών παραγόντων για τρεις βασικούς λόγους: πρώτον, επειδή προκηρύχθηκε με κλειστή διαδικασία και πολύ στενά χρονικά περιθώρια, εν μέσω εορταστικής περιόδου· δεύτερον, επειδή κάλυπτε μόνο μέρος του προβλήματος, ενώ η συνολική ποσότητα εκρηκτικών στις εγκαταστάσεις περιγράφεται ως «ωρολογιακή βόμβα» για τη δημόσια ασφάλεια και το περιβάλλον· και τρίτον, επειδή ο προϋπολογισμός των 18,64 εκατ. ευρώ παρουσιάστηκε χωρίς αναλυτική τεχνική και κοστολογική τεκμηρίωση.
Επιπλέον, η διαδικασία επιβαρύνθηκε από κυβερνοεπίθεση στα πληροφοριακά συστήματα των ΕΑΣ από τις 28 Δεκεμβρίου 2025, που καθιστούσε αδύνατη την ασφαλή ηλεκτρονική υποβολή και αποσφράγιση προσφορών, οδηγώντας σε διαδοχικές παρατάσεις (από τις 24 Δεκεμβρίου 2025, στην 9η Ιανουαρίου 2026 και στη συνέχεια στην 20ή Ιανουαρίου 2026).
Την ίδια στιγμή, η Εταιρεία Μελετών Λαυρεωτικής έχει ήδη προσφύγει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ζητώντας άμεση παρέμβαση για τους περίπου 220 τόνους εκρηκτικών υλών που παραμένουν στον χώρο των ΕΑΣ, αναδεικνύοντας τις διαστάσεις του κινδύνου για την περιοχή και τους κατοίκους.
Διαφάνεια, ασφάλεια και διαχείριση δημοσίου χρήματος
Η κυβερνητική εντολή ακύρωσης του διαγωνισμού αντανακλά την πολιτική πίεση που δημιουργήθηκε από τις καταγγελίες για έλλειψη διαφάνειας και υποεκτίμηση του πραγματικού κινδύνου. Η εξαγγελία νέου διαγωνισμού με «απόλυτη διαφάνεια» δημιουργεί προσδοκίες για επιστροφή σε ανοιχτές, ανταγωνιστικές διαδικασίες, με πλήρη τεχνική τεκμηρίωση, σαφή κριτήρια ασφάλειας και συνολική αντιμετώπιση του προβλήματος, όχι αποσπασματικές λύσεις.
Το ζητούμενο πλέον είναι αν ο νέος σχεδιασμός θα ευθυγραμμιστεί με τα αρχικά επιστημονικά δεδομένα και το εύρος του κινδύνου, διασφαλίζοντας παράλληλα ορθολογική χρήση των πόρων, δεδομένου ότι οι συγκρίσεις μεταξύ του διεθνούς διαγωνισμού του 2024 και της κλειστής διαδικασίας που ακυρώθηκε εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για το πώς κοστολογούνται έργα υψηλής επικινδυνότητας.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η υπόθεση Λαυρίου είναι κλασικό τεστ θεσμικής ωριμότητας: αν ο νέος διαγωνισμός δεν βασιστεί σε πλήρη επιστημονική χαρτογράφηση του κινδύνου, ανοιχτό ανταγωνισμό και λεπτομερή κοστολόγηση, το αφήγημα της «απόλυτης διαφάνειας» θα μείνει επικοινωνιακό σύνθημα, ενώ η πραγματική «ωρολογιακή βόμβα» θα συνεχίσει να χτυπά για την τοπική κοινωνία και το Δημόσιο Ταμείο.







