Σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών καταδικάστηκε ο πρώην πρόεδρος της Νότιας Κορέας Γιουν Σουκ Γέολ για παρεμπόδιση της δικαιοσύνης και κατάχρηση εξουσίας, στην πρώτη από μια σειρά δικών που συνδέονται με την αποτυχημένη απόπειρά του να επιβάλει στρατιωτικό νόμο στα τέλη του 2024. Η υπόθεση αποκαλύπτει το βάθος της θεσμικής κρίσης που συγκλόνισε τη χώρα και ανοίγει τον δρόμο για ακόμη βαρύτερες αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένου και του ενδεχομένου θανατικής ποινής.
Η απόφαση νοτιοκορεατικού δικαστηρίου να επιβάλει ποινή φυλάκισης πέντε ετών στον 65χρονο πρώην πρόεδρο Γιουν Σουκ Γέολ αποτελεί το πρώτο, αλλά όχι το πιο βαρύ, κεφάλαιο σε ένα πρωτοφανές πολιτικοθεσμικό δράμα για τη Νότια Κορέα. Ο άλλοτε ισχυρός συντηρητικός ηγέτης, πρώην εισαγγελέας ο ίδιος, κρίθηκε ένοχος για παρεμπόδιση της δικαιοσύνης και κατάχρηση εξουσίας, στο πλαίσιο της αποτυχημένης προσπάθειάς του στα τέλη του 2024 να επιβάλει στρατιωτικό νόμο και να παρακάμψει το κοινοβούλιο.
Η υπόθεση του στρατιωτικού νόμου και η θεσμική κρίση
Η κίνηση του Γιουν να κινητοποιήσει τον στρατό εναντίον του εκλεγμένου κοινοβουλίου βύθισε τη χώρα σε παρατεταμένη πολιτική κρίση, με μαζικές διαδηλώσεις και έντονη κοινωνική πόλωση. Η διαδικασία κατέληξε στην καθαίρεσή του, σηματοδοτώντας μία από τις πιο δραματικές στιγμές στην ιστορία της νοτιοκορεατικής δημοκρατίας.
Η σημερινή απόφαση αφορά μία από τις «δευτερεύουσες» πτυχές του σκανδάλου: ο Γιουν κατηγορήθηκε ότι απέκλεισε μέλη της κυβέρνησής του από κρίσιμη συνεδρίαση για την προετοιμασία της επιβολής στρατιωτικού νόμου, καθώς και ότι παρεμπόδισε τις αρχές να εκτελέσουν ένταλμα σύλληψης εις βάρος του. Επί εβδομάδες είχε οχυρωθεί στην προεδρική κατοικία στη Σεούλ, υπό την προστασία της φρουράς του, καθιστώντας άκαρπη την πρώτη απόπειρα εφόδου. Τελικά συνελήφθη τον Ιανουάριο του 2025, έπειτα από πολύωρη επιχείρηση, γράφοντας ιστορία ως ο πρώτος εν ενεργεία πρόεδρος της χώρας που συλλαμβάνεται και φυλακίζεται.
Ο πρόεδρος του δικαστηρίου, Μπεκ Ντε Χιούν, υπογράμμισε στην ετυμηγορία του ότι ο κατηγορούμενος, ως αρχηγός του κράτους, «είχε περισσότερο από κάθε άλλον το καθήκον να επιβάλλει τον σεβασμό στο Σύνταγμα και στο κράτος δικαίου», αλλά αντί αυτού επέδειξε «στάση περιφρόνησης του Συντάγματος». Παρά τη βαρύτητα της κριτικής, η ποινή ήταν χαμηλότερη από την πρόταση της εισαγγελίας, που ζητούσε κάθειρξη δέκα ετών.
Οι επόμενες δίκες και ο κίνδυνος θανατικής ποινής
Η καταδίκη αυτή είναι μόνο η αρχή. Ο Γιουν αντιμετωπίζει άλλες επτά δίκες, με κεντρική εκείνη για την κατηγορία της εξέγερσης, όπου η εισαγγελία έχει ήδη ζητήσει την επιβολή της θανατικής ποινής. Αν και η θανατική ποινή παραμένει τυπικά σε ισχύ στη Νότια Κορέα, δεν έχει εκτελεστεί κανείς από το 1997, γεγονός που καθιστά την υπόθεση ορόσημο για τη σχέση της χώρας με τα ανθρώπινα δικαιώματα και το ποινικό της σύστημα.
Η ετυμηγορία στη δίκη για εξέγερση αναμένεται στις 19 Φεβρουαρίου, ενώ ο Γιουν έχει επτά ημέρες για να ασκήσει έφεση κατά της σημερινής απόφασης. Πέρα από το νομικό σκέλος, η υπόθεση λειτουργεί ως τεστ αντοχής για τους θεσμούς της Νότιας Κορέας, αλλά και ως προειδοποιητικό παράδειγμα για τις ασιατικές δημοκρατίες όπου η ισορροπία ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και το κράτος δικαίου παραμένει εύθραυστη.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η υπόθεση Γιουν δείχνει ότι ακόμη και ώριμες δημοκρατίες μπορούν να φλερτάρουν με αυταρχικές εκτροπές όταν η εκτελεστική εξουσία εργαλειοποιεί τον στρατό και τη δικαιοσύνη. Η αντίδραση των θεσμών της Νότιας Κορέας –καθαίρεση, ποινικές διώξεις, ενδεχόμενη καταδίκη για εξέγερση– στέλνει μήνυμα μηδενικής ανοχής σε απόπειρες συνταγματικής εκτροπής, αλλά ταυτόχρονα ανοίγει δύσκολη συζήτηση για τη χρήση ακραίων ποινών, όπως η θανατική, στο όνομα της προστασίας της δημοκρατίας.







