Η ελληνική βιομηχανία καταγγέλλει ότι παραμένει παγιδευμένη σε καθεστώς ακριβής ενέργειας, πληρώνοντας έως και 20% ακριβότερο ρεύμα από τους ευρωπαίους ανταγωνιστές της. Το μπλόκο της Κομισιόν στο «ιταλικό μοντέλο» και η συρρίκνωση της αντιστάθμισης CO₂ οξύνουν τις πιέσεις προς την κυβέρνηση για άμεσες αποφάσεις.
Σε κινούμενη άμμο εξελίσσεται η προσπάθεια μείωσης του ενεργειακού κόστους για την ελληνική βιομηχανία, τη στιγμή που η χώρα εξακολουθεί να εμφανίζει από τα υψηλότερα τιμολόγια ρεύματος για τη μέση και υψηλή τάση στην Ευρώπη. Τρεις μήνες μετά τις δεσμεύσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ ότι η λύση για την ενέργεια «δεν θα αργήσει», το τοπίο παραμένει θολό, ενώ η Κομισιόν απέρριψε το ελληνικό πακέτο, βασισμένο σε παραλλαγή του λεγόμενου «ιταλικού μοντέλου».
Η απόρριψη των Βρυξελλών και το χαμένο παράθυρο ευκαιρίας
Το «ιταλικό μοντέλο» –ένα είδος τριετούς ενεργειακού δανείου με σταθερή χαμηλή τιμή μεγαβατώρας– εγκρίθηκε εγκαίρως για την Ιταλία, προτού τεθεί σε ισχύ το νέο κοινοτικό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων CISAF. Έτσι, από τον Ιανουάριο, οι ιταλικές βιομηχανίες πληρώνουν περίπου 62,5 €/MWh, όταν αντίστοιχες ελληνικές χρεώνονται σημαντικά πάνω από τα 100 €/MWh.
Αντίστοιχα, χώρες όπως η Γερμανία και η Βουλγαρία αξιοποίησαν το CISAF, «κλειδώνοντας» τιμές στα 50 €/MWh και 62,5 €/MWh αντίστοιχα. Η Ελλάδα, ωστόσο, βρέθηκε εκτός συγχρονισμού: η Κομισιόν απέρριψε την πρόταση για εφαρμογή του «ιταλικού μοντέλου» ως εκτός του νέου πλαισίου, ενώ, σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, έχει προειδοποιήσει ότι μονομερής εφαρμογή θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε διαδικασία παράβασης.
Η βιομηχανία, μέσω της ΕΒΙΚΕΝ, αντιτείνει ότι το ιταλικό σχήμα δεν συνιστά κρατική ενίσχυση και άρα μπορεί να εφαρμοστεί παράλληλα με το CISAF. Ο πρόεδρος της Ένωσης, Αντώνης Κοντολέων, κατηγορεί το ΥΠΕΝ για ολιγωρία, σημειώνοντας ότι άλλες χώρες κινήθηκαν έγκαιρα και επιθετικά, ακόμη και στα όρια των κανόνων, για να προστατεύσουν τη βιομηχανική τους βάση.
Το δίλημμα CISAF, η αντιστάθμιση CO₂ και το νέο κύμα επιβάρυνσης
Κρίσιμο αγκάθι αποτελεί η σχέση του CISAF με την αντιστάθμιση του κόστους CO₂. Όπως εξηγεί ο κ. Κοντολέων, η ανώτατη τιμή των 50 €/MWh στο νέο πλαίσιο συμψηφίζεται με τα έσοδα από την αντιστάθμιση, με αποτέλεσμα το καθαρό όφελος για τις επιχειρήσεις να είναι μικρότερο από όσο φαίνεται στα χαρτιά. Αυτό καθιστά την ένταξη στο CISAF λιγότερο ελκυστική για την Ελλάδα, όπου η αντιστάθμιση έχει μέχρι σήμερα λειτουργήσει ως κρίσιμο εργαλείο στήριξης των ενεργοβόρων κλάδων.
Την εικόνα επιβαρύνουν δύο νέες εξελίξεις: από 1η Φεβρουαρίου ενεργοποιούνται αυξημένες χρεώσεις χρήσης συστήματος για μέση και υψηλή τάση, ενώ για την περίοδο 2026-2030 μειώνονται δραστικά οι πόροι αντιστάθμισης λόγω της πτώσης του ανθρακικού αποτυπώματος της χώρας από 0,73 σε 0,58 tCO₂/MWh, ως αποτέλεσμα της ταχείας απολιγνιτοποίησης. Η μείωση αυτή, αν και θετική περιβαλλοντικά, μεταφράζεται σε απώλεια άνω των 50 εκατ. ευρώ ετησίως για τις βιομηχανίες μέχρι το 2030.
Η ΕΒΙΚΕΝ επισημαίνει ότι την ώρα που γειτονικές αγορές, όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία, διατηρούν συντελεστές εκπομπών 0,91 και 0,96 tCO₂/MWh αντίστοιχα και άρα υψηλότερα έσοδα αντιστάθμισης, η ελληνική βιομηχανία καλείται να ανταγωνιστεί με πολύ λιγότερα εργαλεία. Ενδεικτική της απόστασης με άλλες κατηγορίες καταναλωτών ήταν η αναφορά του κ. Κοντολέοντα στο αγροτικό ρεύμα, λέγοντας ότι για τη βιομηχανία «μοιάζει όνειρο» η τιμή των 85 €/MWh.
Σχόλιο SBCTV.gr: Το ενεργειακό κόστος εξελίσσεται σε στρατηγική απειλή για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας, με ευθύνη τόσο των καθυστερήσεων της Αθήνας όσο και της αυστηροποίησης των ευρωπαϊκών κανόνων. Αν η κυβέρνηση δεν παρουσιάσει άμεσα ένα συνεκτικό, ρεαλιστικό και νομικά θωρακισμένο πλαίσιο στήριξης –έστω και διαφορετικό από τον αρχικό σχεδιασμό– ο κίνδυνος επιτάχυνσης της αποβιομηχάνισης και απώλειας επενδύσεων θα γίνει πολύ πιο απτός από τα θεωρητικά οφέλη της «πράσινης μετάβασης».







