Άνοδος στην κατανάλωση πετρελαιοειδών το 2024 παρά την πράσινη μετάβαση

Αύξηση 2,8% στην κατανάλωση πετρελαιοειδών κατέγραψε η Ελλάδα το 2024, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, με τις συνολικές ποσότητες να ξεπερνούν τα 7 εκατ. τόνους. Η Αττική και η Κεντρική Μακεδονία παραμένουν οι «πρωταθλητές» στην κατανάλωση, αναδεικνύοντας τη δομική εξάρτηση της οικονομίας από τα ορυκτά καύσιμα.

Τα προσωρινά στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για το 2024 δείχνουν ότι η συνολική κατανάλωση πετρελαιοειδών στην Ελλάδα αυξήθηκε σε 7.029.109 μετρικούς τόνους, από 6.837.722 τόνους το 2023, καταγράφοντας άνοδο 2,8%. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο που η δημόσια πολιτική και οι ευρωπαϊκές δεσμεύσεις εστιάζουν στη μείωση της χρήσης ορυκτών καυσίμων, φωτίζοντας την απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις για την πράσινη μετάβαση και την πραγματική ενεργειακή συμπεριφορά της οικονομίας.

Ποια καύσιμα τραβούν την κατανάλωση

Η ανάλυση ανά προϊόν αποκαλύπτει ότι η άνοδος δεν είναι ομοιόμορφη. Η μεγαλύτερη αύξηση σημειώνεται στη βενζίνη σούπερ αμόλυβδη 98/100 με 4,9%, ένδειξη ότι ένα τμήμα του στόλου οχημάτων παραμένει ενεργοβόρο και παλαιότερης τεχνολογίας. Το πετρέλαιο κίνησης ενισχύεται κατά 3,7%, επιβεβαιώνοντας τη βαρύτητα των οδικών μεταφορών – εμπορευματικών και επιβατικών – στην ελληνική οικονομία.

Ανεβασμένη είναι και η κατανάλωση μαζούτ υψηλού θείου (+3,1%) και χαμηλού θείου (+1,6%), καύσιμα που συνδέονται με βιομηχανικές και ενεργειακές χρήσεις, αλλά και με τμήμα της ναυτιλιακής δραστηριότητας. Το πετρέλαιο θέρμανσης αυξάνεται κατά 2,5%, παρά τις ήπιες καιρικές συνθήκες σε μεγάλο μέρος του χειμώνα, κάτι που μπορεί να αντανακλά τόσο τη σχετική αποκλιμάκωση των τιμών όσο και την περιορισμένη διείσδυση εναλλακτικών μορφών θέρμανσης σε πολλές περιοχές.

Η «κλασική» αμόλυβδη βενζίνη σημειώνει άνοδο 1,8%, ενώ το υγραέριο κινείται οριακά ανοδικά (+0,9%), υποδηλώνοντας σταθεροποίηση και όχι εκρηκτική επέκταση των σχετικών χρήσεων. Συνολικά, το μείγμα δείχνει ότι η ζήτηση καυσίμων παραμένει ανθεκτική, παρά τις πιέσεις για εξοικονόμηση ενέργειας και την προώθηση της ηλεκτροκίνησης.

Περιφερειακές ανισότητες και αναπτυξιακό αποτύπωμα

Στο γεωγραφικό επίπεδο, η περιφερειακή κατανομή της κατανάλωσης επιβεβαιώνει την υπερσυγκέντρωση οικονομικής δραστηριότητας γύρω από τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα. Η Αττική και η Κεντρική Μακεδονία εμφανίζουν τη μεγαλύτερη κατανάλωση, αντανακλώντας το βάρος της βιομηχανίας, των logistics, των υπηρεσιών και της αστικής μετακίνησης. Ακολουθούν Θεσσαλία, Δυτική Ελλάδα, Στερεά Ελλάδα, Κρήτη, Πελοπόννησος, Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, Ήπειρος, Νότιο Αιγαίο και Δυτική Μακεδονία.

Στον αντίποδα, οι χαμηλότερες καταναλώσεις καταγράφονται στα Ιόνια Νησιά και στο Βόρειο Αιγαίο, κάτι που συνδέεται τόσο με τη μικρότερη πληθυσμιακή και παραγωγική βάση όσο και με την εποχικότητα της τουριστικής δραστηριότητας. Ο χάρτης κατανάλωσης που δημοσιεύει η ΕΛΣΤΑΤ λειτουργεί έτσι ως έμμεσος «θερμικός χάρτης» της οικονομικής συγκέντρωσης, αλλά και ως οδηγός για το πού θα είναι πιο δύσκολη – και πιο δαπανηρή – η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.

Σχόλιο SBCTV.gr: Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι, πίσω από τη ρητορική για πράσινη μετάβαση, η ελληνική οικονομία παραμένει σταθερά αγκιστρωμένη στο πετρέλαιο, ιδιαίτερα στις μεταφορές και στη θέρμανση. Η αύξηση της κατανάλωσης σε σχεδόν όλες τις κατηγορίες καυσίμων σημαίνει ότι χωρίς επιθετικές παρεμβάσεις σε κτίρια, μεταφορές και βιομηχανία, οι κλιματικοί στόχοι θα μετατραπούν σε λογιστική άσκηση χωρίς πραγματικό αποτύπωμα. Παράλληλα, η ανθεκτική ζήτηση διατηρεί την ενεργειακή εξάρτηση και την έκθεση της χώρας σε γεωπολιτικούς και τιμολογιακούς κραδασμούς, κάτι που καθιστά την ενεργειακή πολιτική όχι μόνο περιβαλλοντικό, αλλά και σκληρό οικονομικό στοίχημα.

#ΕΛΣΤΑΤ #Πετρελαιοειδή #Ενέργεια #ΕλληνικήΟικονομία

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.