Η Ουγγαρία και η Σλοβακία προαναγγέλλουν προσφυγές στο Δικαστήριο της ΕΕ κατά της νέας νομοθεσίας που απαγορεύει τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου έως το τέλος του 2027. Η σύγκρουση φωτίζει τα βαθιά ρήγματα στην ενεργειακή στρατηγική της Ένωσης και προμηνύει κρίσιμη νομική δοκιμασία.
Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να τερματίσει σταδιακά, έως το τέλος του 2027, όλες τις εισαγωγές φυσικού αερίου από τη Ρωσία οδηγεί σε μετωπική σύγκρουση με δύο από τα πλέον εξαρτημένα κράτη-μέλη: την Ουγγαρία και τη Σλοβακία. Οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών ανακοίνωσαν ότι θα προσφύγουν κατά της νέας νομοθεσίας μόλις αυτή τεθεί επίσημα σε ισχύ, κάτι που αναμένεται στις αρχές Φεβρουαρίου.
Η νομική επίθεση Βουδαπέστης και Μπρατισλάβας
Ο Ούγγρος υπουργός Εξωτερικών Πέτερ Σιγιάρτο δήλωσε μέσω της πλατφόρμας X ότι η χώρα του θα χρησιμοποιήσει «κάθε νόμιμο μέσο» για να ακυρώσει την απαγόρευση, υποστηρίζοντας ότι αντιστρατεύεται το εθνικό συμφέρον και θα εκτοξεύσει το ενεργειακό κόστος για τα ουγγρικά νοικοκυριά. Η Βουδαπέστη διαμηνύει εδώ και μήνες ότι δεν προτίθεται να αποδεχθεί μέτρα που θεωρεί ότι απειλούν την ενεργειακή της ασφάλεια.
Ανάλογη στάση υιοθετεί και η Σλοβακία. Ο Σλοβάκος υπουργός Εξωτερικών Γιούραϊ Μπλανάρ ανακοίνωσε ότι και η Μπρατισλάβα θα κινηθεί νομικά κατά της ΕΕ, υπογραμμίζοντας ότι «δεν μπορούμε να αποδεχθούμε λύσεις που δεν αντικατοπτρίζουν τις πραγματικές δυνατότητες και τις ειδικές συνθήκες κάθε χώρας». Αν και δεν έδωσε σαφές χρονοδιάγραμμα, η πρόθεση για συντονισμένη προσφυγή είναι εμφανής.
Το «νομικό τέχνασμα» και η πολιτική σύγκρουση
Κομβικό σημείο της αντιπαράθεσης είναι ο τρόπος με τον οποίο πέρασε η απαγόρευση. Σύμφωνα με τον Σιγιάρτο, η Κομισιόν και τα κράτη-μέλη χρησιμοποίησαν ένα «νομικό τέχνασμα», παρουσιάζοντας το μέτρο ως εμπορική ρύθμιση και όχι ως κύρωση. Έτσι αποφεύχθηκε η ανάγκη ομοφωνίας, που απαιτείται για τις κυρώσεις, και το κείμενο εγκρίθηκε με ειδική πλειοψηφία, παρά την αντίθεση Βουδαπέστης και Μπρατισλάβας.
Η νέα ευρωπαϊκή γραμμή προβλέπει οριστική διακοπή των αγορών ρωσικού φυσικού αερίου έως το 2027, ενώ ένα αντίστοιχο εμπάργκο στο ρωσικό αργό πετρέλαιο αναμένεται να προταθεί αργότερα μέσα στο έτος. Η απόφαση εντάσσεται στη στρατηγική απεξάρτησης της ΕΕ από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα, στο πλαίσιο της απάντησης στον πόλεμο στην Ουκρανία και της μετάβασης σε καθαρότερες πηγές ενέργειας.
Κίνδυνοι για την ενεργειακή συνοχή της Ευρώπης
Η υπόθεση προμηνύεται ως μια από τις σημαντικότερες νομικές δοκιμασίες της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ. Εάν το Δικαστήριο της ΕΕ κληθεί να αποφανθεί, θα πρέπει να ζυγίσει αφενός την αρμοδιότητα της Ένωσης στην κοινή εμπορική πολιτική και αφετέρου τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών-μελών στη διαμόρφωση του ενεργειακού τους μίγματος.
Για την Κεντρική Ευρώπη, και ειδικά για χώρες με βαριά εξάρτηση από ρωσικούς αγωγούς, το διακύβευμα είναι άμεσο: κίνδυνος απότομης ανόδου τιμών, ανάγκη ακριβών επενδύσεων σε υποδομές LNG και εναλλακτικούς προμηθευτές, αλλά και πολιτικό κόστος στο εσωτερικό. Για τις Βρυξέλλες, όμως, η υπαναχώρηση θα έστελνε μήνυμα αδυναμίας τόσο προς τη Μόσχα όσο και προς τις αγορές ενέργειας.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η σύγκρουση για το ρωσικό αέριο δεν είναι απλώς νομική λεπτομέρεια, αλλά κρίσιμο τεστ για το κατά πόσο η ΕΕ μπορεί να επιβάλει μια ενιαία γεωπολιτική και ενεργειακή στρατηγική σε ένα μωσαϊκό κρατών με διαφορετικές εξαρτήσεις και πολιτικές ατζέντες. Αν η Βουδαπέστη και η Μπρατισλάβα δικαιωθούν, ανοίγει επικίνδυνο προηγούμενο αποδυνάμωσης των ευρωπαϊκών εργαλείων κυρώσεων· αν ηττηθούν, ενισχύεται η κεντρική εξουσία των Βρυξελλών, αλλά με τίμημα πιθανή περαιτέρω πολιτική πόλωση στην Κεντρική Ευρώπη.







