Νέα στοιχεία δείχνουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση όχι μόνο δεν έχει περιορίσει, αλλά αύξησε τις εισαγωγές ρωσικού LNG από το έργο Γιαμάλ το 2025, αποφέροντας στο Κρεμλίνο περίπου 7,2 δισ. ευρώ. Η εικόνα αυτή εκθέτει τις Βρυξέλλες, καθώς έχουν δεσμευθεί για πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο έως το 2027.
Παρά τις ηχηρές πολιτικές διακηρύξεις για «ενεργειακή απεξάρτηση» από τη Μόσχα, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πελάτη του ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από το έργο Γιαμάλ στη Σιβηρία. Σύμφωνα με ανάλυση της οργάνωσης Urgewald, την οποία επικαλείται η εφημερίδα «Guardian», οι εξαγωγές LNG από το Γιαμάλ προς την ΕΕ το 2025 απέφεραν στο Κρεμλίνο περίπου 7,2 δισ. ευρώ.
Η αντίφαση μεταξύ ρητορικής και πραγματικότητας
Οι Βρυξέλλες έχουν δεσμευθεί να απαγορεύσουν τις εισαγωγές ρωσικού LNG έως το 2027. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι δεν έχει υπάρξει ουσιαστική μείωση των ποσοτήτων που καταλήγουν σε ευρωπαϊκά λιμάνια από τη μονάδα LNG του Γιαμάλ. Αντίθετα, το μερίδιο της ΕΕ στις παγκόσμιες αποστολές από το συγκεκριμένο έργο αυξήθηκε στο 76,1% το 2025, από 75,4% το 2024.
Περισσότεροι από 15 εκατ. τόνοι LNG διέσχισαν τους πάγους της Αρκτικής για να φθάσουν στους ευρωπαϊκούς τερματικούς σταθμούς, διατηρώντας τη Ρωσία σε ισχυρή θέση ως προς τα έσοδα από το φυσικό αέριο, παρά τη δραστική μείωση των ροών μέσω αγωγών μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Οι εισαγωγές παραμένουν απολύτως νόμιμες, με κράτη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης να εμφανίζονται ιδιαίτερα απρόθυμα να στηρίξουν μια άμεση απαγόρευση, λόγω ενεργειακής εξάρτησης.
Ο ρόλος των ναυτιλιακών εταιρειών και των ευρωπαϊκών λιμανιών
Καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της ροής ρωσικού LNG παίζουν δύο ναυτιλιακές εταιρείες με ευρωπαϊκό αποτύπωμα, που αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της εφοδιαστικής αλυσίδας του Γιαμάλ. Η Seapeak, με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, μετέφερε το 37,3% των φορτίων LNG από το Γιαμάλ το 2025, ενώ η ελληνικών συμφερόντων Dynagas μετέφερε το 34,3%.
Συνολικά 11 από τα 14 εξειδικευμένα παγοθραυστικά δεξαμενόπλοια τύπου Arc7 που εξυπηρετούν το έργο ανήκουν στις δύο αυτές εταιρείες. Το εργοστάσιο του Γιαμάλ εξαρτάται κρίσιμα από την πρόσβαση σε λιμάνια της ΕΕ για εκφόρτωση ή επαναφόρτωση φορτίων, καθώς η παράκαμψη των ευρωπαϊκών τερματικών θα σήμαινε πολύ μεγαλύτερες και ακριβότερες διαδρομές.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με την Urgewald, 58 πλοία παρέδωσαν 4,2 εκατ. τόνους LNG στον τερματικό σταθμό Zeebrugge στο Βέλγιο το 2025, ενώ 87 πλοία παρέδωσαν 6,3 εκατ. τόνους στα γαλλικά λιμάνια της Δουνκέρκης και του Μοντουάρ, καθιστώντας τη Γαλλία τον μεγαλύτερο εισαγωγέα. Η TotalEnergies παραμένει βασικός επενδυτής στο έργο Γιαμάλ, γεγονός που περιπλέκει περαιτέρω τις ευρωπαϊκές αποφάσεις.
Πολιτικές πιέσεις και γεωπολιτικό κόστος
Ο ακτιβιστής ενέργειας και κυρώσεων της Urgewald, Sebastian Rötters, κατηγορεί ανοικτά την ΕΕ για συνενοχή: «Τα λιμάνια μας λειτουργούν ως πνεύμονες εφοδιαστικής για τον μεγαλύτερο τερματικό σταθμό LNG της Ρωσίας», σημειώνει, υποστηρίζοντας ότι κάθε φορτίο που εκφορτώνεται σε ευρωπαϊκό τερματικό ισοδυναμεί με «άμεση κατάθεση σε πολεμικό σεντούκι» που τροφοδοτεί τη ρωσική εκστρατεία στην Ουκρανία.
Την ίδια ώρα, το Λονδίνο έχει εξαγγείλει ότι εντός του 2026 θα προχωρήσει σε απαγόρευση παροχής ναυτιλιακών υπηρεσιών σε πλοία που μεταφέρουν ρωσικό LNG, κίνηση που αν εφαρμοστεί αυστηρά θα μπορούσε να πιέσει την Seapeak και να αναδιατάξει τις ροές. Ωστόσο, χωρίς ενιαία ευρωπαϊκή γραμμή και νομικά δεσμευτική απαγόρευση, το «παραθυράκι του Γιαμάλ» παραμένει ορθάνοιχτο.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η υπόθεση του ρωσικού LNG αποκαλύπτει το στρατηγικό έλλειμμα της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής: ηθική ρητορική και κυρώσεις στο πετρέλαιο, αλλά σιωπηλή ανοχή στο φυσικό αέριο όταν το κόστος για τις ευρωπαϊκές οικονομίες γίνεται πολιτικά δυσβάστακτο. Χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα, δεσμευτικούς κανόνες για τις ναυτιλιακές και συντονισμένες επενδύσεις σε υποκατάστατα καυσίμων και υποδομές, η ΕΕ κινδυνεύει να παραμείνει ενεργειακά όμηρος της Ρωσίας, χρηματοδοτώντας εμμέσως έναν πόλεμο τον οποίο δηλώνει ότι θέλει να τερματίσει.







