Οι διαδοχικές δολοφονίες πολιτών από πράκτορες της ICE στη Μινεάπολη λειτουργούν ως καμπανάκι για την κλιμάκωση της κρατικής βίας επί Τραμπ και τη διολίσθηση των ΗΠΑ σε μια εσωτερική σύγκρουση χαμηλής έντασης. Η αντιστροφή ιστορικών ρόλων μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών και οι ρωγμές στο λόμπι των όπλων δείχνουν ότι το σύστημα εισέρχεται σε επικίνδυνη φάση.
Περισσότεροι από χίλιοι άνθρωποι σκοτώνονται κάθε χρόνο από αστυνομικά πυρά στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τη Washington Post, μια στατιστική που δείχνει ότι η κρατική βία έχει ουσιαστικά κανονικοποιηθεί. Ωστόσο, τα πρόσφατα γεγονότα στη Μινεάπολη λειτουργούν ως σημείο καμπής, επιβεβαιώνοντας τις ζοφερές προειδοποιήσεις του Τζίμι Κάρτερ το 2022 για κίνδυνο «εμφύλιας σύγκρουσης» και απώλειας της αμερικανικής δημοκρατίας.
Ο φόνος του 37χρονου νοσηλευτή εντατικής θεραπείας Άλεξ Πρέττι, ο οποίος δέχθηκε αλλεπάλληλους πυροβολισμούς ενώ ήταν ακινητοποιημένος στο έδαφος από οκτώ πράκτορες της υπηρεσίας μετανάστευσης ICE, θεωρείται από πολλούς ως «διάβαση του Ρουβίκωνα». Είχε προηγηθεί, στην ίδια πόλη και μέσα στον Ιανουάριο, η δολοφονία της Ρενέ Γκουντ, που πυροβολήθηκε στο πρόσωπο μέσα στο αυτοκίνητό της από πράκτορα της ICE.
Η στρατηγική του «εσωτερικού εχθρού»
Κοινό στοιχείο των δύο υποθέσεων είναι ότι τα θύματα δεν ανταποκρίνονται στα στερεοτυπικά, φυλετικά φορτισμένα προφίλ με τα οποία ο αμερικανικός δημόσιος λόγος έχει συνδέσει την εγκληματικότητα. Παρ’ όλα αυτά, ολόκληρη η κυβερνητική ιεραρχία, από τον Ντόναλντ Τραμπ και κάτω, επέλεξε τη μεταθανάτια δυσφήμιση και ενοχοποίησή τους, χωρίς ούτε τα στοιχειώδη προσχήματα περί «αστοχίας» που χρήζει διερεύνησης.
Το κίνητρο είναι σαφές: η υπεράσπιση και νομιμοποίηση μιας βίας που η κυβέρνηση Τραμπ εξαπολύει, άλλοτε μέσω της Εθνοφρουράς και άλλοτε μέσω της ICE, κατά πόλεων και πολιτειών που στηρίζουν τους Δημοκρατικούς. Στόχος είναι η κατασκευή ενός επικίνδυνου «εσωτερικού εχθρού» και μιας υποτιθέμενης «ανταρσίας» που πρέπει να συντριβεί, προσφέροντας πολιτική νομιμοποίηση σε ακραία μέτρα καταστολής.
Η κοινωνική βάση του τραμπισμού δείχνει πρόθυμη να αποδεχθεί αυτό το αφήγημα, κάτι που αυξάνει τον κίνδυνο για το πολίτευμα και τη συνοχή της χώρας. Ταυτόχρονα όμως, η υπερβολή του εγχειρήματος γεννά αντιφάσεις που μπορεί να αποδειχθούν πολιτικά διαβρωτικές για τον Λευκό Οίκο.
Αντιστροφή ρόλων και «μπούμερανγκ» της αυτοκρατορικής βίας
Στη Μινεσότα παρατηρείται μια εντυπωσιακή ιστορική αντιστροφή: Δημοκρατικοί αξιωματούχοι, όπως ο κυβερνήτης της πολιτείας και ο δήμαρχος της Μινεάπολης, βάλλουν κατά της ομοσπονδιακής εξουσίας, υπερασπιζόμενοι την τοπική αυτονομία. Η καχυποψία απέναντι στην Ουάσιγκτον και η επίκληση των «δικαιωμάτων των πολιτειών» ήταν παραδοσιακά σημαίες της αμερικανικής δεξιάς, συχνά ως κώδικας για τη διατήρηση ρατσιστικών καθεστώτων στον Νότο.
Παρόμοια αντιστροφή εμφανίζεται και στο ζήτημα της οπλοκατοχής. Η επίσημη δικαιολόγηση της δολοφονίας του Πρέττι, με το επιχείρημα ότι απλώς κατείχε –χωρίς να χρησιμοποιήσει– νόμιμο όπλο, θίγει τις ευαισθησίες ενός λόμπι όπλων παραδοσιακά φιλικού προς τον Τραμπ. Οργανώσεις όπως η Gun Owners of America και η National Rifle Association διαμαρτύρονται, ενώ Ρεπουμπλικανοί βουλευτές ζητούν εξηγήσεις, φοβούμενοι ότι ανοίγει επικίνδυνο προηγούμενο για όλους τους οπλοκατόχους.
Στο ευρύτερο πλαίσιο, η αμερικανική καταστολή φαίνεται να υιοθετεί στο εσωτερικό τις μεθόδους που ιστορικά εφάρμοσε στο εξωτερικό. Η στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας με υλικό πολεμικής χρήσης και εκπαίδευση από ισραηλινές υπηρεσίες, με μεταφορά «κανόνων εμπλοκής» από τα παλαιστινιακά εδάφη στις αμερικανικές πόλεις, επιβεβαιώνει την έννοια του «αυτοκρατορικού μπούμερανγκ» του Αιμέ Σεζάρ: η βία της αυτοκρατορίας επιστρέφει εναντίον των ίδιων των πολιτών της.
Το παράδοξο είναι ότι, στο όνομα της «εκκαθάρισης» της χώρας από τους «παράνομους», ολοένα και περισσότεροι Αμερικανοί πολίτες χάνουν στην πράξη την ασφάλεια και τα δικαιώματα που υποτίθεται ότι εγγυάται η ιθαγένειά τους. Έτσι, η Μινεάπολη γίνεται μικρογραφία ενός ευρύτερου, επικίνδυνου μετασχηματισμού των ΗΠΑ.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η κλιμάκωση της κρατικής βίας επί Τραμπ δεν είναι απλώς ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά ένδειξη βαθιάς θεσμικής φθοράς σε μια υπερδύναμη που εισάγει στο εσωτερικό της τις λογικές «κατάστασης εξαίρεσης» τις οποίες επί δεκαετίες εξήγαγε στον υπόλοιπο κόσμο.







