Αυξανόμενη ανησυχία επικρατεί σε Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Κατάρ, Ομάν και Τουρκία ότι η Ουάσινγκτον οδεύει προς νέο στρατιωτικό πλήγμα κατά του Ιράν, παρά τις εκκλήσεις τους για αυτοσυγκράτηση. Η σκληρή ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ και η αποστολή ισχυρής ναυτικής δύναμης στον Περσικό Κόλπο θεωρούνται από τους συμμάχους του παράγοντες που εγκλωβίζουν τον Λευκό Οίκο σε τροχιά σύγκρουσης.
Οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου παρακολουθούν με αυξανμένη ανησυχία τις κινήσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο Ιράν, φοβούμενες ότι η Ουάσινγκτον οδεύει προς νέα στρατιωτική αναμέτρηση που θα αποσταθεροποιήσει συνολικά την περιοχή. Σύμφωνα με ανώτερους διπλωμάτες και αξιωματούχους του Κόλπου, οι επαφές τους με τον Λευκό Οίκο δεν συνοδεύονται από πειστικές διαβεβαιώσεις ότι η αμερικανική ηγεσία θα ακούσει τις προειδοποιήσεις τους.
Ασαφείς στόχοι, σκληρή ρητορική
Κεντρική πηγή ανησυχίας είναι η αντίφαση ανάμεσα στη δημόσια ρητορική και στην έλλειψη ξεκάθαρου στρατηγικού στόχου. Αξιωματούχος του Κόλπου σημειώνει ότι, μετά την πρόσφατη αμερικανική επιχείρηση ανατροπής του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα, «δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για τις στρατιωτικές δυνατότητες των ΗΠΑ». Ωστόσο, παραμένει θολό αν ο Τραμπ επιδιώκει αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη ή ένα περιορισμένο «μήνυμα» μέσω στοχευμένων πληγμάτων.
Η κατάσταση περιπλέκεται από τις επανειλημμένες δηλώσεις Τραμπ προς τους διαδηλωτές στο Ιράν ότι «η βοήθεια έρχεται», δημιουργώντας προσδοκίες εσωτερικής ανατροπής, αλλά και από την ταυτόχρονη επίκληση της προοπτικής συμφωνίας. Όπως παραδέχεται ανώτερος Άραβας διπλωμάτης, «παρά τον εκτεταμένο διάλογο, παραμένει ασαφές τι ακριβώς θέλουν και οι δύο πλευρές».
Περιφερειακή διπλωματία και κόκκινες γραμμές
Πέντε χώρες – Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ομάν και Τουρκία – έχουν διαμορφώσει ένα άτυπο μέτωπο αποκλιμάκωσης, επιχειρώντας να αποτρέψουν νέα ανάφλεξη ή γενικευμένο πόλεμο με το Ιράν. Ο διάδοχος του σαουδαραβικού θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, διαμήνυσε δημόσια στον Ιρανό πρόεδρο ότι το Ριάντ δεν θα επιτρέψει τη χρήση του εναέριου χώρου του για επίθεση κατά του Ιράν, στάση που υιοθέτησαν και τα ΗΑΕ.
Παράλληλα, μέσω διαύλων επικοινωνίας, οι χώρες αυτές πιέζουν την Τεχεράνη να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, αναγνωρίζουν ότι μια νέα συμφωνία για περαιτέρω αποδόμηση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος είναι εξαιρετικά δύσκολη, ιδιαίτερα μετά τον σφοδρό αμερικανοϊσραηλινό βομβαρδισμό ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων στο τέλος του περσινού 12ήμερου πολέμου με το Ισραήλ.
Η «αρμάδα» στον Κόλπο και το ρίσκο λάθους υπολογισμού
Σε αυτό το ήδη εύφλεκτο σκηνικό, η απόφαση Τραμπ να αποστείλει «μεγάλη αρμάδα» πολεμικών πλοίων στον Περσικό Κόλπο κλιμακώνει την ένταση. Το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln έχει καταπλεύσει στην περιοχή, συνοδευόμενο από πέντε αντιτορπιλικά κατευθυνόμενων βλημάτων και δύο ελαφρύτερα πλοία παράκτιας μάχης, ικανά να εντοπίζουν ιρανικές πυραυλικές εκτοξεύσεις. Η δύναμη αυτή συγκρίνεται με την ανάπτυξη της άνοιξης, λίγο πριν από την κοινή επίθεση ΗΠΑ–Ισραήλ κατά ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων.
Παρά το εντυπωσιακό αυτό μήνυμα ισχύος, ο Τραμπ επιμένει ότι προτιμά διπλωματική λύση, δηλώνοντας πως «αν κάνουμε συμφωνία, καλώς· αν δεν κάνουμε, θα δούμε τι θα γίνει», επιμένοντας ότι η Τεχεράνη επιθυμεί συμφωνία. Ωστόσο, η συσσώρευση στρατιωτικών μέσων αυξάνει τον κίνδυνο λάθους υπολογισμού ή τυχαίου επεισοδίου που θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανεξέλεγκτη κλιμάκωση, σε μια περιοχή όπου οι γραμμές επικοινωνίας είναι εύθραυστες και οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις υψηλές, τόσο στην Ουάσινγκτον όσο και στις πρωτεύουσες του Κόλπου.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η τρέχουσα κρίση αποκαλύπτει το δομικό πρόβλημα της αμερικανικής στρατηγικής: μέγιστη πίεση χωρίς ξεκάθαρο τελικό στόχο. Για τις αραβικές χώρες του Κόλπου, που επενδύουν σε οικονομικό μετασχηματισμό και σταθερότητα, ένας νέος πόλεμος με το Ιράν θα ήταν γεωπολιτικός και οικονομικός εφιάλτης. Όσο ο Λευκός Οίκος συνδυάζει απειλές με αμφίσημα μηνύματα περί «συμφωνίας», η περιοχή θα παραμένει όμηρος της αβεβαιότητας, με την Ευρώπη και την Ελλάδα να πρέπει να προετοιμάζονται για δευτερογενείς επιπτώσεις στις τιμές ενέργειας και στη ναυτιλία.







