Ο Ντόναλντ Τραμπ επιβάλλει πρόσθετο δασμό 25% σε κάθε χώρα που διατηρεί εμπορικές συναλλαγές με το Ιράν, μετατρέποντας τις αμερικανικές κυρώσεις σε παγκόσμιο οικονομικό τεστ αντοχής. Στο στόχαστρο μπαίνουν κυρίως ασιακές και περιφερειακές οικονομίες που εξαρτώνται από ιρανική ενέργεια και αγροτικά προϊόντα.
Η απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει επιπρόσθετους δασμούς 25% σε όλες τις χώρες που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με το Ιράν δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στην αμερικανοϊρανική αντιπαράθεση. Πρόκειται για μια κίνηση με σαφές εξαναγκαστικό χαρακτήρα προς τρίτα κράτη, που μετατρέπει τις κυρώσεις σε παγκόσμιο μηχανισμό πίεσης, με σημαντικές παρενέργειες στις αλυσίδες αξίας ενέργειας, πρώτων υλών και καταναλωτικών αγαθών.
Οι μεγάλοι παίκτες: Κίνα, ΗΑΕ, Τουρκία και Ρωσία
Η Κίνα είναι ο κρίσιμος κρίκος. Πάνω από το ένα τέταρτο του συνολικού εμπορίου του Ιράν το 2024 έγινε με το Πεκίνο, με εισαγωγές 18 δισ. δολαρίων και εξαγωγές 14,5 δισ. δολαρίων. Ο πυρήνας αυτής της σχέσης είναι οι υδρογονάνθρακες και τα χημικά προϊόντα από την πλευρά του Ιράν, έναντι βιομηχανικών μηχανημάτων, ηλεκτρονικού εξοπλισμού, αυτοκινήτων και μεταλλευμάτων από την Κίνα. Οι αμερικανικοί δασμοί ανεβάζουν απότομα το κόστος για τις κινεζικές εταιρείες που δεν θα ευθυγραμμιστούν, επιταχύνοντας την ήδη σε εξέλιξη γεωοικονομική αποσύνδεση ΗΠΑ–Κίνας.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα λειτουργούν ως εμπορικός κόμβος για το Ιράν. Με ιρανικές εξαγωγές 6 δισ. δολαρίων και εισαγωγές 18 δισ. δολαρίων το 2022, τα ΗΑΕ διακινούν χρυσό, κινητά τηλέφωνα, αραβόσιτο και άλλα αγαθά προς την Τεχεράνη, εισάγοντας κυρίως υδρογονάνθρακες. Ο δασμός 25% απειλεί αυτό το «παράθυρο» του Ιράν προς τις διεθνείς αγορές, αλλά και το μοντέλο των εμιρατινών re-exports.
Η Τουρκία, με εισαγωγές από το Ιράν άνω των 6 δισ. δολαρίων και εξαγωγές 5,8 δισ. δολαρίων το 2022, βρίσκεται σε λεπτή ισορροπία μεταξύ ΝΑΤΟ και περιφερειακών σχέσεων. Οι δασμοί αναβαθμίζουν το κόστος αυτής της ισορροπίας, ιδίως σε ενέργεια και διασυνοριακό εμπόριο. Η Ρωσία, με μικρότερο αλλά στρατηγικό όγκο συναλλαγών (περίπου 1,5 δισ. δολάρια εξαγωγές προς Ιράν και 690 εκατ. δολάρια εισαγωγές), ανταλλάσσει δημητριακά, χρυσό και ξυλεία με ιρανικά αγροτικά προϊόντα. Ο δασμός λειτουργεί ως ακόμη ένα κίνητρο για Μόσχα και Τεχεράνη να ενισχύσουν εναλλακτικά συστήματα πληρωμών και διμερείς διακανονισμούς εκτός δολαρίου.
Ευρωπαϊκή έκθεση και ασιακή αναδιάταξη
Στην Ευρώπη, η Γερμανία παραμένει ο βασικός εμπορικός εταίρος του Ιράν. Με εξαγωγές 870,5 εκατ. ευρώ και εισαγωγές 217 εκατ. ευρώ το διάστημα Ιανουαρίου–Νοεμβρίου 2025, το Βερολίνο διατηρεί ένα περιορισμένο αλλά τεχνολογικά κρίσιμο εμπόριο. Ο αμερικανικός δασμός καθιστά ακόμη δυσκολότερη την προσπάθεια της ΕΕ να κρατήσει ανοιχτούς διαύλους με την Τεχεράνη χωρίς να συγκρουστεί με την Ουάσιγκτον.
Στην Ασία, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η Ινδία έχει ήδη «μαζέψει τα πανιά» της: οι συναλλαγές με το Ιράν κατέρρευσαν από 17,03 δισ. δολάρια το 2018-2019 σε μόλις 1,68 δισ. το 2024-2025, καθώς η Νέα Δελχί συμμορφώθηκε με τις κυρώσεις στο ιρανικό πετρέλαιο. Αντίθετα, μικρότερες οικονομίες όπως η Ταϊλάνδη, η Σρι Λάνκα, η Ιαπωνία και οι Φιλιππίνες διατηρούν ακόμη ροές εμπορίου – από καουτσούκ, ρύζι και φαρμακευτικά προϊόντα έως μεταλλεύματα, καύσιμα και τρόφιμα. Για αυτές τις χώρες, ο δασμός 25% σημαίνει δίλημμα: ή ευθυγράμμιση με τις ΗΠΑ και απώλεια μιας φθηνής πηγής προμηθειών, ή ανάληψη πρόσθετου κόστους και ρίσκου στις σχέσεις με την Ουάσιγκτον.
Το Ιράκ, με εισαγωγές ιρανικών προϊόντων 7,35 δισ. δολαρίων και εξαγωγές μόλις 456 εκατ. δολαρίων το 2022, είναι ίσως το πιο εκτεθειμένο. Η οικονομική διασύνδεση με την Τεχεράνη είναι τόσο βαθιά, ώστε η πλήρης συμμόρφωση με τις αμερικανικές απαιτήσεις θα είχε εσωτερικό πολιτικό κόστος και κινδύνους αστάθειας.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η κίνηση Τραμπ μετατρέπει τις κυρώσεις σε «εξαγόμενο δίκαιο» των ΗΠΑ, δοκιμάζοντας όχι μόνο την αντοχή του Ιράν, αλλά και την αυτονομία τρίτων χωρών στην άσκηση εξωτερικής και εμπορικής πολιτικής. Όσο περισσότερα κράτη αναζητούν παρακαμπτήριες οδούς –από διακανονισμούς σε τοπικά νομίσματα έως εναλλακτικά χρηματοπιστωτικά δίκτυα– τόσο ενισχύεται η μακροπρόθεσμη τάση αποδολαριοποίησης, με συνέπειες που υπερβαίνουν κατά πολύ το ίδιο το ιρανικό ζήτημα.







