Σε τροχιά μετωπικής σύγκρουσης μπαίνει ο Λευκός Οίκος με τις μεγάλες τράπεζες της Wall Street, μετά την αιφνιδιαστική απαίτηση του Ντόναλντ Τραμπ για ανώτατο επιτόκιο 10% στις πιστωτικές κάρτες. Οι τράπεζες δηλώνουν ότι δεν θα συμμορφωθούν και προειδοποιούν για κλείσιμο λογαριασμών και προσφυγές στα δικαστήρια.
Οι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες, με αιχμή την JPMorgan Chase και την Citigroup, απορρίπτουν κατηγορηματικά την εντολή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή πλαφόν 10% στα επιτόκια των πιστωτικών καρτών έως τις 20 Ιανουαρίου, ανοίγοντας έναν επικίνδυνο κύκλο πολιτικής και θεσμικής αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ.
Η απειλή Τραμπ και η στάση των τραπεζών
Ο Τραμπ, επιχειρώντας να απαντήσει στην κοινωνική πίεση για το κόστος ζωής ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, κατηγόρησε μέσω κοινωνικών δικτύων τις τράπεζες ότι «ξεζουμίζουν» τους κατόχους πιστωτικών καρτών και απαίτησε ανώτατο επιτόκιο 10%. Παράλληλα στήριξε και ξεχωριστό νομοσχέδιο που στοχεύει στις προμήθειες (swipe fees) που πληρώνουν οι έμποροι στις κάρτες.
Ωστόσο, πέντε ημέρες μετά τις δηλώσεις, ο τραπεζικός κλάδος και οι λομπίστες του δηλώνουν ότι δεν έχουν λάβει καμία επίσημη, γραπτή καθοδήγηση από την κυβέρνηση. Αυτό τροφοδοτεί την εκτίμηση ότι ο Λευκός Οίκος μπορεί να χρησιμοποιεί την απειλή περισσότερο ως διαπραγματευτικό εργαλείο παρά ως άμεση πολιτική.
Ο οικονομικός διευθυντής της Citigroup, Μαρκ Μέισον, ήταν σαφής: «Ένα πλαφόν επιτοκίου δεν είναι κάτι που θα μπορούσαμε ή θα θέλαμε να στηρίξουμε». Όπως υποστήριξε, θα περιόριζε την πρόσβαση σε πίστωση για τους πιο ευάλωτους και θα είχε «επιζήμιες συνέπειες για την οικονομία». Αντίστοιχα, ο CFO της JPMorgan, Τζέρεμι Μπάρναμ, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο δικαστικής προσφυγής, λέγοντας ότι «όλα είναι στο τραπέζι» ως προς την απάντηση του κλάδου.
Νομικό κενό και πολιτικές ισορροπίες
Παρά τις δηλώσεις Τραμπ ότι οι τράπεζες που δεν θα συμμορφωθούν «θα παραβιάζουν τον νόμο», στις ΗΠΑ δεν υπάρχει σήμερα νομοθεσία που να επιβάλλει ανώτατο επιτόκιο πιστωτικών καρτών. Σχετικό νομοσχέδιο που είχε κατατεθεί πέρυσι, με πρόβλεψη πλαφόν 10% για πέντε χρόνια, έχει ουσιαστικά παγώσει στο Κογκρέσο.
Αναλυτές της Wolfe Research εκτιμούν ότι, χωρίς νέα νομοθέτηση –σενάριο που κρίνεται μάλλον απίθανο– ο κλάδος είτε θα αποφύγει πλήρως τα πλαφόν είτε θα εξαναγκαστεί σε περιορισμένες παραχωρήσεις, κατά το προηγούμενο της φαρμακοβιομηχανίας. Τότε, ο Τραμπ πέτυχε κάποιες δεσμεύσεις για τις τιμές φαρμάκων, χωρίς όμως να επιβάλει βαθιά επώδυνες ρυθμίσεις.
Επιπλέον, αρκετοί Ρεπουμπλικανοί, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου της Βουλής Μάικ Τζόνσον, έχουν ήδη εκφράσει αντίθεση σε ελέγχους τιμών στις πιστωτικές κάρτες, γεγονός που περιπλέκει τη δυνατότητα νομοθετικής υλοποίησης των απειλών του προέδρου.
Η μάχη μεταφέρεται στο Κογκρέσο και στο Νταβός
Ο χρηματοπιστωτικός κλάδος «κοιτάζει» δύο κρίσιμες ημερομηνίες. Πρώτον, τις συνεδριάσεις της Γερουσίας μέσα στον Ιανουάριο, όπου σε υπό επεξεργασία νομοσχέδια θα μπορούσαν να προστεθούν διατάξεις για το πλαφόν επιτοκίων ή για τον περιορισμό των διατραπεζικών προμηθειών.
Δεύτερον, την ομιλία του Τραμπ στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, την επομένη της διορίας της 20ής Ιανουαρίου. Εκεί θα βρεθούν επίσης ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ και κορυφαίοι τραπεζίτες, όπως ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan, Τζέιμι Ντάιμον. Πέρυσι, ο Τραμπ είχε αιφνιδιάσει τον CEO της Bank of America, Μπράιαν Μόιναχαν, κατηγορώντας τον ίδιο και τον Ντάιμον για διακρίσεις εις βάρος συντηρητικών πελατών.
Σήμερα, ένας παράγοντας μεγάλης τράπεζας σημειώνει ότι «είμαστε απολύτως νόμιμοι αυτή τη στιγμή», υποδηλώνοντας ότι κάθε κίνηση του Λευκού Οίκου χωρίς νομική βάση θα συναντήσει σθεναρή αντίσταση.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η αντιπαράθεση Τραμπ – Wall Street αποτελεί κλασικό παράδειγμα «ρυθμιστικής πολιτικής υπό απειλή»: ο Λευκός Οίκος χρησιμοποιεί σκληρή ρητορική για να αποσπάσει συμβολικές ή περιορισμένες παραχωρήσεις, χωρίς να διαρρήξει πλήρως τη σχέση του με το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αν και οι πιθανότητες ενός αυστηρού πλαφόν 10% είναι μικρές, η συζήτηση ανοίγει επικίνδυνα το ζήτημα πολιτικών παρεμβάσεων στην τιμολόγηση της πίστωσης, με πιθανές προεκτάσεις και για άλλες αγορές – εξέλιξη που παρακολουθούν στενά και οι ευρωπαϊκές τράπεζες.







