Με φόντο την κλιμάκωση των αμερικανικών απειλών για δασμούς και την κρίση γύρω από τη Γροιλανδία, το Πεκίνο επιχειρεί να εμφανιστεί ως θεματοφύλακας της πολυμερούς τάξης. Ο αντιπρόεδρος της κινεζικής κυβέρνησης Χε Λιφένγκ, από το Νταβός, κάλεσε σε υπεράσπιση του ΠΟΕ και της παγκοσμιοποίησης, στέλνοντας έμμεσο αλλά σαφές μήνυμα προς την Ουάσιγκτον.
Από το βήμα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός, ο αντιπρόεδρος της κινεζικής κυβέρνησης Χε Λιφένγκ αξιοποίησε την κρίση στις διατλαντικές σχέσεις για να επανατοποθετήσει την Κίνα ως «υπεύθυνη δύναμη» στο διεθνές εμπορικό σύστημα. Χωρίς να κατονομάσει τις ΗΠΑ, κατήγγειλε τις «μονομερείς ενέργειες και διμερείς συμφωνίες ορισμένων χωρών» που, όπως είπε, παραβιάζουν τις θεμελιώδεις αρχές και κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και απειλούν την παγκόσμια οικονομική τάξη.
Η κρίση με τις ΗΠΑ ως ευκαιρία για το Πεκίνο
Η παρέμβαση του Χε έρχεται σε μια στιγμή πρωτοφανούς έντασης μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών, με αφορμή τις απειλές της κυβέρνησης Τραμπ να προσαρτήσει δια της βίας τη Γροιλανδία και να επιβάλει νέους δασμούς σε ευρωπαϊκές χώρες που έστειλαν στρατεύματα στο νησί. Το Πεκίνο επιχειρεί να εκμεταλλευθεί αυτό το γεωπολιτικό ρήγμα, εμφανιζόμενο ως προβλέψιμος, πολυμερής εταίρος, σε αντίθεση με την αμερικανική στρατηγική των εμπορικών εκβιασμών.
Ενδεικτική της αναδιάταξης συμμαχιών είναι η κίνηση του Καναδά, παραδοσιακού συμμάχου των ΗΠΑ, να υπογράψει πρόσφατα με την Κίνα συμφωνία απελευθέρωσης του εμπορίου σε αγροτικά προϊόντα και ηλεκτρικά οχήματα. Η Οτάβα στέλνει έτσι μήνυμα ότι οι υπερβολές της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής ωθούν ακόμη και στενούς συμμάχους να αναζητήσουν εναλλακτικά κέντρα ισχύος.
Υπεράσπιση της παγκοσμιοποίησης, με κινεζικά χαρακτηριστικά
Ο Χε Λιφένγκ υπογράμμισε ότι «δασμοί και εμπορικοί πόλεμοι δεν έχουν νικητές», προβάλλοντας τα οφέλη του ελεύθερου εμπορίου και της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, τα οποία –όπως τόνισε– επέτρεψαν σε πολλές χώρες, «συμπεριλαμβανομένης της Κίνας», να αναπτυχθούν ταχέως. Αναγνώρισε ότι η παγκοσμιοποίηση «δεν είναι τέλεια», αλλά προειδοποίησε κατά της επιστροφής σε «αυτοεπιβαλλόμενη απομόνωση» και στον «νόμο της ζούγκλας, όπου ο ισχυρός εκφοβίζει τον αδύναμο».
Παράλληλα, απάντησε στις επικρίσεις για το κινεζικό υπόδειγμα ανάπτυξης, το οποίο το 2025 παρήγαγε ιστορικό εμπορικό πλεόνασμα σχεδόν 1,2 τρισ. δολαρίων. Στην Ευρώπη, ο όγκος των κινεζικών εξαγωγών έχει τροφοδοτήσει φόβους αποβιομηχάνισης, ιδίως στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας. Ο Χε αντέτεινε ότι η Κίνα δεν επιδιώκει μόνο να είναι «εργοστάσιο του κόσμου», αλλά και «αγορά του κόσμου» – σημειώνοντας όμως ότι «όταν η Κίνα θέλει να αγοράσει, άλλες χώρες δεν θέλουν να πουλήσουν», με σαφή αιχμή για τους αμερικανικούς περιορισμούς στην πώληση προηγμένων μικροτσίπ τεχνητής νοημοσύνης.
Η εσωτερική πρόκληση: κατανάλωση και εισοδήματα
Κεντρικός άξονας της στρατηγικής του Πεκίνου, σύμφωνα με τον Χε, είναι η ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης. Παρά τις διακηρύξεις, η ιδιωτική κατανάλωση στην Κίνα παραμένει κάτω από το 40% του ΑΕΠ, έναντι παγκόσμιου μέσου όρου άνω του 60%, σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας. Πολλοί οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η αύξηση των εισοδημάτων των νοικοκυριών θα μπορούσε να απορροφήσει μέρος της βιομηχανικής υπερπαραγωγής της χώρας, περιορίζοντας τις πιέσεις μέσω εξαγωγών και ταυτόχρονα δημιουργώντας μεγαλύτερη ζήτηση για εισαγόμενα προϊόντα – από ευρωπαϊκά είδη πολυτελείας έως υπηρεσίες.
«Ενθαρρύνουμε επιχειρήσεις από όλο τον κόσμο να εκμεταλλευθούν τις ευκαιρίες της διευρυνόμενης εγχώριας ζήτησής μας», δήλωσε ο Χε, υποσχόμενος ότι «η Κίνα θα ανοίξει ακόμη πιο διάπλατα την πόρτα της στον κόσμο».
Σχόλιο SBCTV.gr: Η κίνηση του Πεκίνου να εμφανιστεί ως θεματοφύλακας της πολυμερούς τάξης δεν είναι απλώς επικοινωνιακή· αποτελεί στρατηγική αξιοποίηση του κενού αξιοπιστίας που αφήνει η αμερικανική επιθετικότητα. Για την Ευρώπη, το δίλημμα δεν είναι αν θα στραφεί στην Κίνα αντί των ΗΠΑ, αλλά πώς θα διαπραγματευθεί με δύο μεγάλες δυνάμεις που εργαλειοποιούν το εμπόριο για γεωπολιτικούς σκοπούς, προστατεύοντας ταυτόχρονα τη βιομηχανική της βάση από τον κινεζικό ανταγωνισμό και την αμερικανική αστάθεια.







