Η αναθεώρηση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για την Κυβερνοασφάλεια (CSA2) προκαλεί έντονη αντίδραση του Πεκίνου, καθώς κινεζικοί όμιλοι όπως η Huawei και η ZTE κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν «υψηλού κινδύνου». Το Πεκίνο κατηγορεί τις Βρυξέλλες για διολίσθηση σε προστατευτισμό και προειδοποιεί για αντίμετρα.
Η νέα πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αναθεώρηση του Κανονισμού Κυβερνοασφάλειας (CSA2) ανοίγει ένα ακόμη μέτωπο στις ήδη τεταμένες σχέσεις ΕΕ–Κίνας. Το πλαίσιο δίνει στην Κομισιόν και στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να χαρακτηρίζουν χώρες ως «υψηλού κινδύνου» και, στη συνέχεια, να επιβάλλουν αυστηρούς περιορισμούς ή και πλήρη αποκλεισμό εταιρειών τους από κρίσιμες ευρωπαϊκές υποδομές.
Η αντίδραση του Πεκίνου και ο φόβος του προστατευτισμού
Ο εκπρόσωπος του κινεζικού Υπουργείου Εξωτερικών, Γκουο Τζιακούν, εξέφρασε «σοβαρές ανησυχίες» για την πρόταση της Επιτροπής, καλώντας την ΕΕ να μην «προχωρήσει περαιτέρω στον δρόμο του προστατευτισμού». Τόνισε ότι οι κινεζικές εταιρείες «λειτουργούν επί χρόνια στην Ευρώπη σεβόμενες τους νόμους και δεν έχουν ποτέ θέσει σε κίνδυνο την ευρωπαϊκή εθνική ασφάλεια», αφήνοντας να εννοηθεί ότι τα μέτρα έχουν περισσότερο γεωπολιτικό παρά τεχνικό υπόβαθρο.
Το Πεκίνο προειδοποίησε ότι, εφόσον διαπιστώσει διακριτική μεταχείριση εις βάρος των επιχειρήσεών του, θα λάβει «τα αναγκαία μέτρα» για την προστασία των συμφερόντων του. Στο κάδρο βρίσκονται κυρίως οι κολοσσοί τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού Huawei και ZTE, οι οποίοι ήδη θεωρούνται υψηλού κινδύνου για τα ευρωπαϊκά δίκτυα 4G/5G στο πλαίσιο του υφιστάμενου «εργαλείου 5G» της ΕΕ.
Η ευρωπαϊκή λογική: ασφάλεια χωρίς ονομαστική στοχοποίηση
Η Κομισιόν επιχειρεί να παρουσιάσει τον CSA2 ως ουδέτερο εργαλείο ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των ευρωπαϊκών δικτύων. Εκπρόσωπός της υπογράμμισε ότι το κείμενο «δεν κατονομάζει συγκεκριμένες χώρες», αλλά εισάγει ένα κοινό πλαίσιο με το οποίο ΕΕ και κράτη-μέλη θα μπορούν να ταυτοποιούν «τρίτες χώρες που εγείρουν ανησυχίες κυβερνοασφάλειας».
Παρά την ουδετερότητα της διατύπωσης, η αγορά θεωρεί σχεδόν βέβαιο ότι η Κίνα θα χαρακτηριστεί υψηλού κινδύνου, με συνέπεια να ενταθούν οι πιέσεις για απομάκρυνση κινεζικού εξοπλισμού από τηλεπικοινωνιακά και άλλα κρίσιμα δίκτυα. Η επίτροπος για την Τεχνολογία, Χένα Βίρκουνεν, μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προειδοποίησε πως «δεν μπορούμε πλέον να είμαστε αφελείς ως προς τη δυνατότητα κακόβουλων δρώντων να απενεργοποιήσουν τα συστήματα ΤΠΕ που στηρίζουν κρίσιμες υποδομές».
Κόστος, ανταγωνισμός και ο κίνδυνος θραύσης των αλυσίδων
Η πρόταση δεν συνοδεύεται από ειδική χρηματοδότηση για την αντικατάσταση εξοπλισμού, με την Βίρκουνεν να δηλώνει ότι «η ανθεκτικότητα έχει κόστος». Η Κινεζική Εμπορική Ένωση στην ΕΕ αντέτεινε ότι ο «εξαναγκαστικός αποκλεισμός καθιερωμένων προμηθευτών» θα αυξήσει δραστικά τις δαπάνες, θα περιορίσει την ποικιλία προμηθευτών, θα καθυστερήσει αναβαθμίσεις δικτύων και θα επιβαρύνει περαιτέρω τη βιομηχανία.
Η πραγματικότητα είναι ότι το προηγούμενο, εθελοντικό πλαίσιο της ΕΕ για τον περιορισμό της εξάρτησης από κινεζικές λύσεις 5G είχε περιορισμένη εφαρμογή σε πολλά κράτη-μέλη. Ο CSA2 έρχεται ουσιαστικά να επιβάλει με πιο δεσμευτικό τρόπο μια γεωοικονομική στροφή που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη: τη σταδιακή αποσύνδεση κρίσιμων ευρωπαϊκών υποδομών από κινεζική τεχνολογία, ακόμη και με τίμημα υψηλότερο κόστος και πιθανές κινεζικές αντιδράσεις στο εμπόριο και τις επενδύσεις.
Σχόλιο SBCTV.gr: Ο CSA2 δεν είναι απλώς τεχνική ρύθμιση αλλά κρίσιμο επεισόδιο στον στρατηγικό ανταγωνισμό ΕΕ–Κίνας. Η Ευρώπη επιχειρεί να μειώσει την τεχνολογική εξάρτηση από το Πεκίνο, όμως χωρίς κοινή χρηματοδότηση και με ανισομετρίες μεταξύ κρατών-μελών, κινδυνεύει να δημιουργήσει ένα κατακερματισμένο και ακριβότερο ψηφιακό τοπίο. Για την Ελλάδα, που βρίσκεται σε φάση εκτεταμένων αναβαθμίσεων δικτύων, η ισορροπία μεταξύ ασφάλειας, κόστους και σχέσεων με την Κίνα θα είναι ιδιαίτερα λεπτή.







