Νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Υγείας επιχειρεί να αλλάξει ριζικά τον τρόπο εισαγωγής των καινοτόμων φαρμάκων στην Ελλάδα, υιοθετώντας το ιταλικό μοντέλο κινήτρων προς τις φαρμακευτικές. Παράλληλα, προβλέπεται αύξηση 30% στην επίσκεψη των συμβεβλημένων γιατρών του ΕΟΠΥΥ και κύμα 5.000 προσλήψεων στο ΕΣΥ το 2026.
Το υπουργείο Υγείας ανοίγει ταυτόχρονα τρία κρίσιμα μέτωπα πολιτικής: την ταχύτερη πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες, την οικονομική ενίσχυση των συμβεβλημένων γιατρών του ΕΟΠΥΥ και την ενίσχυση του ΕΣΥ με νέο προσωπικό. Σε τηλεοπτική συνέντευξή του, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης παρουσίασε τους βασικούς άξονες του νομοσχεδίου και των παράλληλων παρεμβάσεων.
Το «ιταλικό μοντέλο» για τα νέα φάρμακα
Κεντρικός στόχος του νομοσχεδίου είναι να επιταχυνθεί η έλευση καινοτόμων φαρμάκων στην ελληνική αγορά, σε ένα περιβάλλον όπου οι υποχρεωτικές επιστροφές (clawback, rebates) λειτουργούν αποτρεπτικά για τις φαρμακευτικές εταιρείες. Όπως τόνισε ο υπουργός, «ο γρίφος» είναι πώς θα δοθούν επαρκή κίνητρα στις εταιρείες ώστε να κυκλοφορούν τα νέα σκευάσματα στην Ελλάδα παρά το υψηλό βάρος επιστροφών.
Η κυβέρνηση υιοθετεί, σύμφωνα με τον ίδιο, το ιταλικό μοντέλο, το οποίο βασίζεται σε πιο οργανωμένη, συμφωνημένη ένταξη των νέων θεραπειών στη θετική λίστα αποζημίωσης. Η λογική είναι ότι, αντί τα φάρμακα να έρχονται «από το παράθυρο» μέσω του ΙΦΕΤ, με υψηλότερο κόστος και περιορισμένο έλεγχο, θα εντάσσονται θεσμικά και νωρίτερα στη λίστα, επιτρέποντας καλύτερο προγραμματισμό της δαπάνης.
Ο Γεωργιάδης υποστήριξε ότι η σημερινή πρακτική, όπου αρκετά καινοτόμα φάρμακα εισάγονται κατά περίπτωση μέσω ΙΦΕΤ, τελικά κοστίζει περισσότερο στο Δημόσιο. Με την «κανονική οδό» ένταξης, το υπουργείο προσδοκά διπλό όφελος: ταχύτερη πρόσβαση των ασθενών και πιο προβλέψιμη, ελεγχόμενη φαρμακευτική δαπάνη.
Αύξηση αμοιβής γιατρών ΕΟΠΥΥ χωρίς νέο δημοσιονομικό κόστος
Παράλληλα, ο υπουργός ανακοίνωσε επείγουσα τροπολογία για την αύξηση της αμοιβής των συμβεβλημένων γιατρών του ΕΟΠΥΥ από 10 σε 13 ευρώ ανά επίσκεψη – μια αύξηση 30%, η πρώτη μετά από 16 χρόνια. Σημείο-κλειδί είναι ότι η αύξηση, όπως υποστηρίζει, δεν θα επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς θα καλυφθεί από εξοικονόμηση πόρων μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας ραντεβού.
Η πλατφόρμα, σύμφωνα με την παρουσίαση, έχει περιορίσει τα «εικονικά» ραντεβού που δεν πραγματοποιούνταν αλλά πληρώνονταν, εξορθολογίζοντας τη ροή των επισκέψεων και απελευθερώνοντας κονδύλια. Η επιλογή αυτή δείχνει τη στρατηγική στροφής σε ψηφιακά εργαλεία για τη χρηματοδότηση βελτιώσεων, χωρίς άμεσο δημοσιονομικό αποτύπωμα.
Προσλήψεις στο ΕΣΥ και κίνητρα για τις άγονες περιοχές
Για το 2026, ο Γεωργιάδης ανέφερε ότι η Υγεία θα λάβει «τη μερίδα του λέοντος» στις προσλήψεις, με περίπου 5.000 νέες θέσεις, κυρίως νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού. Ιδιαίτερη μνεία έγινε στο Νοσοκομείο Δράμας, όπου –όπως είπε– έχουν ήδη βρεθεί παθολόγοι για τη στελέχωση της Παθολογικής Κλινικής, επιχειρώντας να απαντήσει σε μια από τις πιο έντονες εστίες κριτικής για υποστελέχωση.
Ταυτόχρονα, προαναγγέλθηκαν σημαντικά χρηματικά και στεγαστικά κίνητρα για γιατρούς στα 50 μικρότερα νησιά του Αιγαίου, με στόχο την επαρκή κάλυψη κατά την τουριστική περίοδο. Ο υπουργός υποστήριξε ότι ήδη το 2025 η κατάσταση ήταν αισθητά καλύτερη από το 2024 και εκτίμησε ότι το φετινό καλοκαίρι θα υπάρξει «τελείως διαφορετικό περιβάλλον» στα νησιά, αναφέροντας μάλιστα πως η βελτίωση αναγνωρίζεται και από την ΠΟΕΔΗΝ.
Σχόλιο SBCTV.gr: Το πακέτο παρεμβάσεων συνιστά ταυτόχρονα μήνυμα προς τη φαρμακοβιομηχανία, το ιατρικό σώμα και τις τοπικές κοινωνίες: το υπουργείο επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον δημοσιονομικό περιορισμό, την ανάγκη για πρόσβαση σε ακριβά καινοτόμα φάρμακα και την πίεση για ενίσχυση του ΕΣΥ. Το αν το «ιταλικό μοντέλο» θα αποδώσει εξαρτάται από τη λεπτομέρεια των συμφωνιών με τις εταιρείες και την πραγματική μείωση του κόστους μέσω ΙΦΕΤ. Η αύξηση των 3 ευρώ στους γιατρούς είναι περισσότερο πολιτικό και ψυχολογικό μήνυμα παρά δομική αναβάθμιση αμοιβών, ενώ οι 5.000 προσλήψεις και τα κίνητρα για τα νησιά θα κριθούν στην πράξη από την ταχύτητα υλοποίησης και την ικανότητα του κράτους να κάνει τις θέσεις ελκυστικές σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον υγειονομικού προσωπικού.







