Η έκτακτη Σύνοδος στις Βρυξέλλες ανέδειξε το βάθος της κρίσης εμπιστοσύνης Ευρώπης – ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και τη στροφή της ΕΕ προς τη «στρατηγική ανεξαρτησία». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη σκληρότερη ευρωπαϊκή γραμμή και στη διατήρηση της στρατηγικής σχέσης με την Ουάσινγκτον.
Οι «οβιδιακές μεταμορφώσεις» του Ντόναλντ Τραμπ έχουν μετατρέψει τις ευρωατλαντικές σχέσεις σε διαρκές τεστ αντοχής. Από τις απειλές για δασμούς έως τη θεαματική υπαναχώρηση στο ζήτημα της Γροιλανδίας, οι 27 ηγέτες της ΕΕ βρέθηκαν στις Βρυξέλλες να διαχειρίζονται όχι μόνο μια ακόμη κρίση, αλλά και το βαθύτερο ερώτημα: πόσο μπορεί η Ευρώπη να εξαρτάται από τις διαθέσεις του Λευκού Οίκου.
Η κρίση εμπιστοσύνης με την Ουάσινγκτον
Η αφορμή αυτή τη φορά ήταν η στρατηγική Τραμπ για την προσάρτηση της Γροιλανδίας και οι απειλές για δασμούς σε όσους αντιταχθούν. Η στροφή 180 μοιρών στο Νταβός, όπου ο Αμερικανός πρόεδρος μίλησε για πλαίσιο συμφωνίας και πάγωσε, προς ώρας, τα αντίποινα, λειτούργησε ως «βαλβίδα αποσυμπίεσης». Ωστόσο, η ουσία δεν άλλαξε: στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες παγιώνεται η αίσθηση ότι η συνεργασία οκτώ δεκαετιών με τις ΗΠΑ βρίσκεται πλέον σε μόνιμη αβεβαιότητα.
Ο Εμανουέλ Μακρόν μίλησε για ενότητα στην υπεράσπιση της Δανίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Γροιλανδίας, προειδοποιώντας ότι η ΕΕ παραμένει «σε επαγρύπνηση» και έτοιμη να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία της αν χρειαστεί. Πίσω από τις δηλώσεις, αυτό που διαμορφώνεται είναι μια ανοιχτή κρίση εμπιστοσύνης: οι Ευρωπαίοι δεν γνωρίζουν αν και πότε ο Τραμπ θα αλλάξει και πάλι «πίστα» και δεδομένα.
Η στρατηγική ανεξαρτησία και ο ρόλος της Ελλάδας
Σε αυτό το περιβάλλον κερδίζει έδαφος η έννοια της «στρατηγικής ανεξαρτησίας» της Ευρώπης, τόσο στην άμυνα όσο και στην οικονομία και την ανταγωνιστικότητα. Η ήπειρος, με ανοιχτά μέτωπα στα ανατολικά και τα νότια σύνορά της, καλείται να αποδείξει ότι δεν είναι πλέον «μεγάλο καράβι που δύσκολα παίρνει στροφές» και να πάψει να λειτουργεί ως παρακολούθημα ΗΠΑ, Κίνας ή Ινδίας.
Σε αυτό το νέο δόγμα, η Αθήνα επιχειρεί να τοποθετηθεί ως αξιόπιστος, αλλά όχι παθητικός σύμμαχος. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκαθάρισε ότι «οι κόκκινες γραμμές είναι πάρα πολύ ξεκάθαρες», υπογραμμίζοντας πως μόνο η Γροιλανδία και το Βασίλειο της Δανίας μπορούν να αποφασίσουν για το μέλλον του νησιού. Ταυτόχρονα, έστειλε μήνυμα ότι η Ευρώπη πρέπει «να περάσει από την ισχύ των αξιών της, στην αξία της ισχύος της», αναδεικνύοντας την ανάγκη για πιο σκληρή, εργαλειακή ισχύ.
Για την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι διπλό: αφενός η ευθυγράμμιση με τη νέα, πιο διεκδικητική ευρωπαϊκή γραμμή, αφετέρου η διατήρηση της στρατηγικής σχέσης με την Ουάσινγκτον, ιδίως σε άμυνα, ασφάλεια και ενέργεια. Η χώρα έχει επενδύσει στον ρόλο της ως κόμβος για το αμερικανικό LNG προς την Ανατολική Ευρώπη και δεν επιθυμεί να μεταφέρει την ένταση Βρυξελλών – Λευκού Οίκου στο διμερές επίπεδο.
Το «Συμβούλιο Ειρήνης» και η Γάζα
Παράλληλα, στο τραπέζι των 27 βρέθηκε και το «Συμβούλιο Ειρήνης» του Τραμπ. Η Αθήνα κατέθεσε πρόταση οι 13 προσκεκλημένες χώρες να προσυπογράψουν την προσχώρησή τους μόνο για το σκέλος που αφορά την επόμενη φάση της ειρηνευτικής διαδικασίας στη Γάζα και για όσο χρόνο απαιτείται. Η λογική είναι να επανέλθει ο θεσμός στον αρχικό του προορισμό: τη μεταβατική διοίκηση και την ανοικοδόμηση της Γάζας, ως πρώτο βήμα για μια ουσιαστική λύση στο Παλαιστινιακό.
Κατά πληροφορίες, αρκετοί ηγέτες είδαν ως «ενδιαφέρουσα» την ιδέα ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών, που θα αναβαθμίσουν τον ρόλο της ΕΕ στην περιοχή και θα μειώσουν την αποκλειστική εξάρτηση από αμερικανικές πρωτοβουλίες.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η στάση Μητσοτάκη στις Βρυξέλλες δείχνει ότι η Ελλάδα επιχειρεί να μετατραπεί από «παθητικό αποδέκτη» αμερικανικών και ευρωπαϊκών επιλογών σε παίκτη που αξιοποιεί τη γεωπολιτική του θέση για να αυξήσει την επιρροή του. Το στοίχημα είναι αν η Αθήνα μπορεί πράγματι να κινηθεί με αυτονομία μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η αστάθεια Τραμπ καθιστά κάθε λάθος χειρισμό εξαιρετικά κοστοβόρο.







