Τρία κόμματα στην Ολλανδία κατέληξαν σε συμφωνία για σχηματισμό κυβέρνησης μειοψηφίας, με πρωθυπουργό τον 38χρονο Ρομπ Γέττεν, τον νεότερο στην ιστορία της χώρας. Η επιλογή αυτή αναδεικνύει το βάθος του πολιτικού κατακερματισμού και τις προκλήσεις σταθερότητας στην ολλανδική σκηνή.
Μετά από μήνες δύσκολων διαπραγματεύσεων, οι ηγέτες τριών ολλανδικών κομμάτων ανακοίνωσαν ότι κατέληξαν κατ’ αρχήν σε συμφωνία για τον σχηματισμό κυβέρνησης μειοψηφίας. Το κεντρώο D66, που αναδείχθηκε πρώτο στις εκλογές του Οκτωβρίου, η κεντροδεξιά Χριστιανοδημοκρατική Έκκληση (CDA) και το φιλελεύθερο Λαϊκό Κόμμα για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία (VVD) συμφώνησαν να ενώσουν δυνάμεις σε έναν συνασπισμό που θα διαθέτει μόλις 66 έδρες στην Κάτω Βουλή – δέκα λιγότερες από την απόλυτη πλειοψηφία.
Επικεφαλής της νέας κυβέρνησης θα είναι ο 38χρονος ηγέτης του D66, Ρομπ Γέττεν, ο οποίος θα γίνει ο νεότερος πρωθυπουργός στην ιστορία της Ολλανδίας. Ο ίδιος εμφανίστηκε αισιόδοξος, δηλώνοντας ότι απομένουν «λίγες τελικές λεπτομέρειες» πριν παρουσιαστεί επίσημα η προγραμματική συμφωνία, κάτι που αναμένεται να γίνει την Παρασκευή. Εφόσον όλα εξελιχθούν ομαλά, το νέο υπουργικό συμβούλιο θα ορκιστεί από τον βασιλιά μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου.
Πολιτικός κατακερματισμός και σπάνια επιλογή μειοψηφίας
Οι κυβερνήσεις μειοψηφίας αποτελούν εξαίρεση στην ολλανδική πολιτική παράδοση, όπου οι ευρείς συνασπισμοί θεωρούνται εργαλείο σταθερότητας σε ένα σύστημα με πολυκομματική Βουλή. Το γεγονός ότι τρία κόμματα επέλεξαν τελικά τη λύση της μειοψηφίας αποτυπώνει το βάθος του κατακερματισμού αλλά και την αδυναμία διαμόρφωσης βιώσιμης πλειοψηφίας μετά τις κάλπες.
Στις εκλογές του Οκτωβρίου, το D66 σημείωσε εντυπωσιακή άνοδο, προσπερνώντας οριακά το ακροδεξιό Κόμμα της Ελευθερίας (PVV) του Γκερτ Βίλντερς. Ο Βίλντερς είχε συμμετάσχει στο παρελθόν σε κυβερνητικό συνασπισμό που χαρακτηρίστηκε από έντονες εσωτερικές συγκρούσεις και κατέρρευσε τελικά έπειτα από ρήξη για την πολιτική ασύλου. Η σημερινή σύνθεση της Βουλής καθιστά πρακτικά αναγκαία την ευρύτερη συνεννόηση, ακόμη και πέρα από τα όρια της κυβέρνησης μειοψηφίας.
Η ηγέτις του VVD, Ντιλάν Γιεσίλγκοζ, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, δήλωσε ότι ακόμη δεν έχει αποφασίσει αν θα αναλάβει υπουργικό χαρτοφυλάκιο, ένδειξη ότι οι εσωκομματικές ισορροπίες και οι προσωπικές φιλοδοξίες θα παίξουν ρόλο στη διαμόρφωση του τελικού κυβερνητικού σχήματος.
Προτεραιότητες: στέγη, μετανάστευση, άμυνα
Ο Γέττεν ανέδειξε τρεις βασικές προτεραιότητες: την προώθηση προσιτής στέγης, τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών και την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών. Η έλλειψη οικονομικά προσιτών κατοικιών αποτελεί μείζον κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα στην Ολλανδία, με αυξανόμενες πιέσεις στη μεσαία τάξη και τους νέους. Παράλληλα, η μετανάστευση και το άσυλο έχουν πολώσει το πολιτικό σκηνικό και συνέβαλαν στην κατάρρευση της προηγούμενης κυβέρνησης.
Η δέσμευση για περισσότερες επενδύσεις στην άμυνα συνδέεται με το νέο περιβάλλον ασφάλειας στην Ευρώπη και τις πιέσεις για επίτευξη –ή και υπέρβαση– του στόχου του 2% του ΑΕΠ στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, ως κυβέρνηση μειοψηφίας, ο συνασπισμός D66–CDA–VVD θα χρειάζεται συστηματικά στήριξη από την αντιπολίτευση για να περνά κρίσιμα νομοσχέδια, γεγονός που μπορεί να επιβραδύνει ή να μετριάζει τις μεταρρυθμίσεις.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η ολλανδική επιλογή κυβέρνησης μειοψηφίας με έναν ιδιαίτερα νέο πρωθυπουργό αποτυπώνει την ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση προς πιο εύθραυστους συνασπισμούς και σύνθετες ισορροπίες. Το αν ο Γέττεν θα καταφέρει να μετατρέψει αυτή την αδυναμία σε ευελιξία, χτίζοντας διαρκώς μεταβαλλόμενες πλειοψηφίες στη Βουλή, θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ για τη σταθερότητα της Ολλανδίας αλλά και για το κατά πόσο τα κλασικά μοντέλα διακυβέρνησης μπορούν να προσαρμοστούν σε μια εποχή μόνιμου πολιτικού κατακερματισμού.







