Το ιδιοκτησιακό και κυριαρχικό καθεστώς του Ντονέτσκ αναδεικνύεται σε μοναδικό αλλά εξαιρετικά δύσκολο αγκάθι στις διαπραγματεύσεις για ειρήνη μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, σύμφωνα με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Η στάση Κιέβου, Μόσχας και Ουάσιγκτον γύρω από το Ντονμπάς καθορίζει πλέον όλο το πλαίσιο μιας πιθανής συμφωνίας.
Σε κρίσιμο σημείο φαίνεται να έχουν φτάσει οι διεργασίες για μια ενδεχόμενη ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, με το Ντονέτσκ να αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα επιτυχίας ή αποτυχίας. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε σε συνεδρίαση της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας ότι το «τελευταίο ανοιχτό ζήτημα» αφορά την εδαφική κυριαρχία στο Ντονέτσκ και ότι γίνονται «ενεργές προσπάθειες» για γεφύρωση των θέσεων Μόσχας και Κιέβου.
Το Ντονμπάς ως πυρήνας της σύγκρουσης
Η λεκάνη του Ντονμπάς –που περιλαμβάνει τις περιφέρειες Ντονέτσκ και Λουγκάνσκ– αποτελεί από το 2014 το επίκεντρο της σύγκρουσης μεταξύ του ουκρανικού στρατού και φιλορωσικών αυτονομιστικών δυνάμεων, οι οποίες στηρίζονται πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά από τη Μόσχα. Σύμφωνα με ανοικτές πηγές χαρτογράφησης του μετώπου, η Ρωσία ελέγχει πλέον περίπου το 80% της περιοχής, εδραιώνοντας de facto μια νέα εδαφική πραγματικότητα.
Για το Κρεμλίνο, η προσάρτηση του Ντονμπάς έχει αναχθεί σε έναν από τους μέγιστους πολεμικούς στόχους. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει δηλώσει ότι η Ρωσία θα «πάρει το Ντονμπάς με τον έναν ή τον άλλο τρόπο», αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια υπαναχώρησης. Στον αντίποδα, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει επανειλημμένα διαμηνύσει ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί καμία συμφωνία που θα νομιμοποιεί απώλεια του Ντονμπάς, προειδοποιώντας ότι κάτι τέτοιο θα προσφέρει στη Ρωσία εφαλτήριο για μελλοντική, ακόμη ευρύτερη εισβολή.
Ο ρόλος των ΗΠΑ και το πολιτικό κόστος
Η τοποθέτηση Ρούμπιο έρχεται σε συνέχεια ενός άτυπου, 28 σημείων σχεδίου της κυβέρνησης Τραμπ για τον τερματισμό του πολέμου, το οποίο διέρρευσε και προέβλεπε –μεταξύ άλλων– παραχώρηση του Ντονμπάς στη Ρωσία. Το αρχικό αυτό πλαίσιο επικρίθηκε σφοδρά από Κίεβο και ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ως υπέρμετρα φιλορωσικό, οδηγώντας σε αναθεωρημένη εκδοχή με ηπιότερες διατυπώσεις, χωρίς όμως να αίρεται η βασική σύγκρουση γύρω από το καθεστώς της περιοχής.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να παρουσιαστεί ως διαμεσολαβητής που περιορίζει τη διαφωνία σε ένα μόνο, κεντρικό ζήτημα –την κυριαρχία στο Ντονέτσκ– ώστε να καταστεί διαχειρίσιμη μια συνολική συμφωνία. Ωστόσο, η ίδια η φύση του ζητήματος, που αγγίζει την εδαφική ακεραιότητα ενός κράτους και τις αναθεωρητικές φιλοδοξίες μιας πυρηνικής δύναμης, καθιστά εξαιρετικά δύσκολη κάθε φόρμουλα συμβιβασμού χωρίς βαρύ πολιτικό κόστος για τουλάχιστον έναν από τους βασικούς παίκτες.
Πιθανά σενάρια και ευρύτερες επιπτώσεις
Τα σενάρια που συζητούνται –από κάποιας μορφής διεθνή διοίκηση μέχρι μακροχρόνια μεταβατικά καθεστώτα ή δημοψηφίσματα υπό διεθνή εποπτεία– σκοντάφτουν στην έλλειψη εμπιστοσύνης και στις τετελεσμένες καταστάσεις επί του πεδίου. Για την Ουκρανία, οποιαδήποτε λύση που θα παγίωνε τον ρωσικό έλεγχο θα ισοδυναμούσε με de jure αναγνώριση μιας de facto προσάρτησης. Για τη Ρωσία, αντιθέτως, η υπαναχώρηση από το Ντονμπάς θα υπονόμευε το αφήγημα νίκης που το Κρεμλίνο χρειάζεται στο εσωτερικό.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η κατάληξη του παζαριού για το Ντονέτσκ θα λειτουργήσει ως προηγούμενο για μελλοντικές συγκρούσεις γύρω από αμφισβητούμενα εδάφη, από τον Καύκασο μέχρι την Άπω Ανατολή. Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν αφορά μόνο Κίεβο και Μόσχα, αλλά και τη συνολική αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η ανάδειξη του Ντονέτσκ σε μοναδικό «τελικό εμπόδιο» στις διαπραγματεύσεις μπορεί να λειτουργεί επικοινωνιακά για την Ουάσιγκτον, όμως υποτιμά το βάθος της σύγκρουσης: η διαμάχη δεν είναι απλώς για σύνορα, αλλά για το αν η Ευρώπη θα δεχθεί, διά της ειρήνης, μια μόνιμη ζώνη ρωσικής επιρροής στην καρδιά της Ουκρανίας. Όποια λύση κι αν προκριθεί, θα επανακαθορίσει τα όρια του αποδεκτού αναθεωρητισμού στο διεθνές σύστημα.







